Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2006

Σάββατο, Ιανουαρίου 28, 2006

Πείνα



Άλλα ήθελα να γράψω σήμερα στο ημερολόγιό μου, όμως με στοιχειώνει από μέρες μία φωτογραφία που τράβηξα πριν δέκα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και ανακάλυψα ψάχνοντας κάτι αρχεία. Από μακριά φωτογράφησα έναν άνθρωπο, ώρα καρφωμένο στην βιτρίνα ενός άθλιου μαγέρικου. Κοίταζε το φαγητό σαν να προσπαθούσε να το ρουφήξει με τα μάτια μέσα από το τζάμι. Πεινούσε.

Και ενώ στο φόντο του νου μου ζούσε η φωτογραφία, μου έστειλαν από τις εκδόσεις «Πόλις» το τελευταίο βιβλίο του John Rawls: «Η Δίκαιη Κοινωνία». (Μετάφραση: Φιλήμων Παιονίδης).

Ο Rawls έγινε παγκόσμια γνωστός για το βιβλίο του «A Theory of Justice» (1971,1999, ελληνικά 2001, Πόλις). Προσπαθεί να επιλύσει το πρόβλημα της κοινωνικής αδικίας επιστρέφοντας σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα βασίζεται σε δύο αρχές: α) την διασφάλιση στα άτομα του μέγιστου βαθμού ελευθερίας συμβατού με την ίδια ελευθερία για τους άλλους και β) την αρχή της διαφοράς (difference principle) ότι οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες θα αποβαίνουν πάντα «προς το μέγιστο όφελος των λιγότερο ευνοημένων». Η δεύτερη αυτή αρχή ονομάστηκε maximin (το maximum γι αυτούς που είναι στο minimum).

Προσπάθησε να συνδυάσει τον πολιτικό φιλελευθερισμό (έγραψε και ένα βιβλίο με αυτό τον τίτλο), με την κοινωνική δικαιοσύνη. Δέχθηκε ομαδικά πυρά και από δεξιά και από αριστερά – αλλά παραμένει κορυφαίος πολιτικός και ηθικός στοχαστής.

Το θέμα μου δεν είναι ο Rawls, αλλά η πείνα. Την έχω νιώσει κι εγώ για ένα διάστημα. Όχι μόνο την προσωρινή πείνα του φοιτητή που ξέμεινε – αλλά και την άγρια πείνα του άνεργου και άπορου, που δεν ξέρει αν και πότε θα ξαναφάει.

Η πείνα και η φτώχια. Στην γειτονιά μας. Στην πόλη μας. Στην χώρα μας. Σε όλο τον κόσμο. Πως λύνεται; Με φιλανθρωπία; Με φορολογία; Με αναδιανεμητικά συστήματα: παίρνουμε το χρήμα από τους πλούσιους και το μοιράζουμε; (Αλλά μήπως έτσι φτωχύνουμε τελικά όλοι;). Ο σοσιαλισμός είναι δίκαιος, αλλά δεν παράγει πλούτο για να τον μοιράσει. Ο καπιταλισμός παράγει πλούτο αλλά και αδικία.

Ο Bill Gates αποφάσισε ότι θα δώσει το 95% της περιουσίας του στον Τρίτο Κόσμο. Δεν είναι μόνο ότι δίνει δισεκατομμύρια – έφτιαξε άλλη μία Microsoft, για να επιβλέψει την σωστή διανομή. Το 80% της βοήθειας των πλούσιων χωρών, δεν φτάνει στους τελικούς παραλήπτες. Τα θύματα του τσουνάμι ακόμα περιμένουν...

Τόσα προβλήματα... Κι εγώ νιώθω τα μάτια του πεινασμένου Τούρκου καρφωμένα στην πλάτη μου. «Ντρέπομαι για την ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου».

Πέμπτη, Ιανουαρίου 26, 2006

Είμαι Έλλην, το καυχώμαι...



Μια χθεσινή είδηση μου θύμισε ένα θέμα που πάντα με προβληματίζει.

Σε έρευνα της Eurostat οι Έλληνες παραμένουν πρώτοι σε εθνική υπερηφάνεια. Το ποσοστό τους έπεσε (ήταν κάποτε στα 90%, τώρα στα 80) αλλά παραμένει διπλάσιο από τον μέσο όρο των υπόλοιπων Ευρωπαίων.

Γιατί;

Δεν έχουν οι άλλοι Ευρωπαίοι λόγους να είναι υπερήφανοι; Οι Ιταλοί, με τους αρχαίους Ρωμαίους, την Αναγέννηση, την ζωγραφική τους και την όπερα; Οι Ισπανοί και Βρετανοί που κάποτε κυβερνούσαν την υφήλιο; (Ας αφήσουμε τον Σαίκσπηρ και τον Θερβάντες). Οι Γάλλοι που με τη γλώσσα τους και τον πολιτισμό τους κυριαρχούσαν επί αιώνες σε όλη την Ευρώπη. Οι Γερμανοί με τους γίγαντες της μουσικής και της φιλοσοφίας...

-Μα οι αρχαίοι Έλληνες...

Η αξία δεν κληρονομείται ούτε μεταφέρεται. Ο γιος του νομπελίστα δεν είναι κληρονομικώ δικαιώματι καλύτερος. Υπερήφανος μπορεί να είναι κάποιος μόνο για τα πράγματα που πέτυχε ο ίδιος.

Όποτε ακούω την φράση «μας έκανε εθνικά υπερήφανους…» (π. χ. η Εθνική Ποδοσφαίρου ή το χρυσό μετάλλιο κάποιου Έλληνα (ή Ελληνοποιημένου) αθλητή, απορώ.

Ας αναλύσουμε την κοινότοπη αυτή φράση: πίσω από τις λέξεις «εθνικά υπερήφανος» κρύβονται δύο παραδοχές: α) ότι το ΄Έθνος είναι μία διαχρονική κοινότητα αίματος όπου όλοι είμαστε συγγενείς και συγκοινωνούντα δοχεία και β) ότι η νίκη ενός από εμάς αποδεικνύει την ανωτερότητα του συνόλου (άρα και του καθενός – εξ ου και η ατομική υπερηφάνεια).

Αυτές οι «φυλετικές» θεωρίες για το έθνος, είναι σκέτος εθνικισμός. Ιστορικά αστήρικτες, έγιναν αιτία για πολλούς πολέμους, γενοκτονίες και το Ολοκαύτωμα. Σήμερα η επιστήμη δέχεται ότι τα έθνη είναι «φαντασιακές κοινότητες» που δημιουργήθηκαν πριν από δύο με τρεις αιώνες και μάλλον έχουν ημερομηνία λήξεως.

Άλλωστε, στις πολυπολιτισμικές μας κοινωνίες κανένα από τα χαρακτηριστικά με τα οποία όριζαν οι παλιοί το έθνος δεν ισχύει πια: ούτε το «όμαιμον», ούτε το «ομόγλωσσον», ούτε το «ομόθρησκον». Ο Νιγηριανός τρίτης γενιάς, που αύριο μπορεί να γίνει καλός Έλληνας ποιητής, θα αντλεί την αξία του από τον Πίνδαρο;

Το έθνος είναι μία σύμβαση ανθρώπων που αποφάσισαν να πορεύονται μαζί – ένα «καθημερινό δημοψήφισμα» όπως το ονόμασε ο Ρενάν.

Τελικά νομίζω πως αυτή η εθνική υπερηφάνεια είναι αποτέλεσμα της εθνικής μας ανασφάλειας. Μία υπεραναπλήρωση, που μας κάνει ζημιά. Οδηγεί στη θεωρία του «περιούσιου» λαού, που, ακριβώς επειδή νιώθει ξεχωριστός, αισθάνεται συνεχώς ριγμένος. Συνδέεται με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία μας (κι εκεί πρώτοι στην Eurostat). Και μας κάνει να κοιτάμε συνεχώς πίσω, αντί για μπροστά.

Υ. Γ. Η φωτογραφία βγήκε το 2004 με τηλεφακό μέσα από τις εληές του πεζόδρομου της Διονυσίου Αεροπαγίτου, εκεί που ήταν κάποτε το σπίτι του Παρθένη.

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2006

sextus for sex



Η φωτογραφία δείχνει το πρώτο σώμα που αγάπησα (σώμα - όχι άνθρωπο). Την έβγαλα ένα χειμωνιάτικο πρωί, αυγή, χαράματα, στο φοιτητικό μου δωμάτιο. Μόναχο 1955. Τo όνομά της, Margot.

Πενήντα χρόνια μετά, στους "Δρόμους" έγραφα: Δεν γίνεται να αποσιωπήσω αυτό που ήταν πάντα το πιο σημαντικό στην ζωή μου – με μεγάλη απόσταση από ο,τιδήποτε άλλο. Κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει αν δεν ξέρει ότι για μένα το «πρώτο κινούν» ήταν το πάθος και η ερωτική έλξη.

Ας γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος: όταν μιλάω για έρωτα εννοώ το σεξ. Τα συναισθήματα τα γνωρίζω σαν εποικοδόμημα. Στην βάση υπάρχουν οι αισθήσεις – και (για να παραφράσω το παλιό λατινικό) τίποτα δεν είναι στο νου που δεν ήταν πριν στις αισθήσεις.

Μα, η αγάπη, η συντροφικότητα, η φιλία; Υπέροχα και σημαντικά συναισθήματα, τα ζω τώρα κάθε μέρα σε μία σχέση όπου είμαι παιδί και πατέρας, σύντροφος και συνένοχος, φίλος και παρέα. Αλλά όλα αυτά μπορεί να συνυπάρχουν με αυτό που ονομάζω έρωτα – μπορεί και όχι. Δεν διαφοροποιούν την ύπαρξή του – εκτός κι αν την αποδυναμώνουν.

Αν προσπαθούσα να εκφράσω με φιλοσοφικούς όρους την βιοθεωρία μου θα την ονόμαζα αισθησιαρχία. Γιατί τα δύο πράγματα που με κινητοποιούσαν, ο έρωτας και η τέχνη, ήταν και τα δύο αισθησιακής προέλευσης. Βέβαια, μετά τις αισθήσεις δραστηριοποιούσαν και όλες τις άλλες ψυχικές και νοητικές λειτουργίες. Αλλά από την αίσθηση ξεκινούσαν και σε αυτήν κατέληγαν.


Εδώ και 15 χρόνια, το δικτυακό μου ID είναι sextus. Προς τιμήν του Sextus Empiricus (Σέξτος Εμπειρικός, σκεπτικός φιλόσοφος) που ήταν ο πρωταγωνιστής της διδακτορικής μου διατριβής. (Στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο: "Το Απόλυτο και το Τάβλι"). Ο σκεπτικισμός μου έχει πολύ να κάνει με τον αισθησιασμό - όσο περισσότερο δυσπιστείς στις ιδέες, τόσο οξύνεις τις αισθήσεις.

Και πιστεύω πως δεν είναι τυχαίο πως μέσα στο όνομα Sextus (που τότε σήμαινε "έκτος") υπάρχει η λέξη sex.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 23, 2006

Fun and games



Επειδή κουράστηκα (κι εσείς φαντάζομαι) με τις σοβαρές συζητήσεις...

Επειδή 450 σχόλια στο τελευταίο θέμα μπορεί να μην είναι παγκόσμιο ρεκόρ αλλά πανελλήνιο μάλλον είναι.

Σκέφθηκα να μιλήσουμε για κάτι που δεν θεωρείται σοβαρό αλλά είναι:

Το παιχνίδι.

Ορίζω το παιχνίδι σαν κάθε δραστηριότητα που γίνεται χωρίς άλλο στόχο από την διασκέδαση – δηλαδή χωρίς άλλο σκοπό από τον εαυτό του.

Και για αυτό τον λόγο είναι μια τελείως ελεύθερη πράξη. Η μόνη ανθρώπινη δραστηριότητα που δεν έχει σκοπιμότητες.

Βέβαια, κάποτε τις αποκτά εκ των υστέρων – όπως τα σπορ που έγιναν big business. Ή ο τζόγος, που μπορεί να ξεκίνησε σαν παιχνίδι, αλλά τζιράρει δισεκατομμύρια.

Παίζετε;

Εγώ όσο γερνάω παίζω περισσότερο. Από computer games μέχρι bridge, από πασιέντζα μέχρι μονόπολυ.

Σκάκι έπαψα να παίζω από τότε που συναντήθηκα με ένα ρώσο Grand Maitre και κατάλαβα ότι θα χρειαζόμουνα χρόνια για να μάθω όλα τα ανοίγματα και τις άμυνες.

Αλλά παίζω καλό ντόμινο, ντάμα, πόκερ – και μέτριο τάβλι.

Ας μιλήσουμε για παιχνίδια. Οι φωτογραφίες είναι από μία επίσκεψη στην Disneyland στο Orlando, Fla. Ο δικός μας Mickey (δυστυχώς δεν τον συνέλαβα φωτογραφικά) είχε πει πως ο Disney έχει δώσει περισσότερη χαρά στον κόσμο από πολλές σημαντικές δοξασίες.

Fun and games λοιπόν – χωρίς αυτά η ζωή χάνει το αλατοπίπερό της...

Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2006

Συνέχεια χωρίς τέλος




Η χθεσινή μας συζήτηση έσπασε κάθε ρεκόρ συμμετοχής. Την ώρα που άρχισα να γράφω αυτό τo post τα comments είχαν φτάσει τα 210.

Την συνεχίζω λοιπόν σήμερα στο ένα σκέλος (αυτό της θρησκείας που συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον) αποσαφηνίζοντας την προσωπική μου τοποθέτηση.

Είμαι ένας άθεος χριστιανός. (Ή για να είμαι πιο ακριβής, ένας αγνωστικιστής χριστιανός).

Τις βασικές μου απόψεις τις έχω διατυπώσει σε ένα κείμενο με τίτλο «Χριστός εναντίον Θεού». Σας παραθέτω μερικά αποσπάσματα. Ολόκληρο το κείμενο στο: Χριστός

Η διδαχή του Ιησού προϋποθέτει ένα κόσμο ατελή, πόνου και δυστυχίας. Ένα κόσμο όπου είτε δεν υπάρχει Θεός, είτε, αν υπάρχει, δεν ενδιαφέρεται για την μοίρα των ανθρώπων. Σε αυτόν τον παράλογο κόσμο έρχεται ο Χριστός και προσφέρει ως αντίδοτο την αγάπη.

Το κίνημά του, όχι μόνον δεν αποτελεί συμπλήρωμα ή ολοκλήρωση του θεϊκού έργου – βρίσκεται σε αντίθεση με αυτό. Αν υπήρχε Θεός ο οποίος “τα πάντα εν Σοφία εποίησεν”, ο Χριστός και το κήρυγμά του θα περίττευαν. Ένα και μόνο νεύμα του Παντοδύναμου, θα είχε εξαφανίσει τον πόνο από την γη.

Η θεωρία ότι ο Θεός χρησιμοποιεί την οδύνη “για να μας δοκιμάσει” είναι εξευτελιστική για την οποιαδήποτε έννοια Θεού και ανάξια φιλοσοφικής διαπραγμάτευσης. Όσο για το σαδιστικό εφεύρημα του “προπατορικού αμαρτήματος”, απόγονο των πρωτόγονων ταμπού – είναι σαφώς ένα εξουσιαστικό τέχνασμα του κάθε ιερατείου για να κρατάει δέσμιους τους πιστούς του.

Η θεώρηση του Χριστού ως ανθρώπου όχι μόνο δεν αποδυναμώνει την διδασκαλία του, αλλά την ενισχύει. Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κανείς ότι η διδαχή του αποκτά νόημα, κύρος και αξία, μόνον αν είναι άνθρωπος. Αν είναι Θεός, πρόκειται για “πολιτική προπαγάνδα” – και η όλη πορεία και Σταύρωσή του, γίνεται κάτι σαν σκηνοθετημένη παράσταση. Με έκβαση γνωστή εκ των προτέρων και κίνδυνο μηδενικό.

Για την λύτρωση και σωτηρία του ανθρώπου, ο Ιησούς δεν προτείνει δογματικές ή ιεροτελεστικές αλλά ηθικές λύσεις. Δεν απαιτεί τόσο να πιστέψουμε σε κάτι όσο να κάνουμε κάτι. Δεν δίνει σημασία στην θρησκευτική τελετουργία αλλά στην ανθρώπινη πράξη (“άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου και ύπαγε πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου”).

Ακόμα και την πανίσχυρη στο Εβραϊκό χώρο έννοια της αμαρτίας την ξεπερνάει με την αγάπη. Η ουσία αυτού του κηρύγματος είναι να φέρει τους ανθρώπους κοντά και με την δύναμη της αγάπης να τους δώσει την δυνατότητα επιβίωσης σε έναν απάνθρωπο κόσμο: τον κόσμο της φθοράς, της απώλειας και του θανάτου.

Η διδασκαλία του Χριστού είναι ένα κήρυγμα διαμαρτυρίας για την ψυχρότητα και την σιωπή του σύμπαντος, ένα κήρυγμα πανανθρώπινης αλληλεγγύης μπροστά στην αδιαφορία των ουρανών.

Το πως αυτή η διδασκαλία αναμίχθηκε με ένα σωρό ξένες δοξασίες και χρησίμευσε για να συνταχθεί ένα δόγμα, μία θεοδικία και για να παγιωθούν περίλαμπρα εξουσιαστικά οικοδομήματα (που έχουν εντελώς λησμονήσει την αφετηρία τους) αυτό το έχει καταδείξει ήδη η ιστορική έρευνα. Όταν αποκρυσταλλώθηκε οριστικά το δόγμα, η Αγάπη πέρασε στο περιθώριο. Η λέξη “αγάπη” απουσιάζει εντελώς από το Σύμβολο της Πίστεως (το γνωστό σε όλους “Πιστεύω”).

Κάποιος που σήμερα θα ξεκινούσε να διδάξει από την αρχή την Επί του Όρους Ομιλία, θα κινδύνευε – κυρίως από τους εκπροσώπους της εκκλησιαστικής και της κοσμικής εξουσίας. Κάτι γνώριζε Εκείνος, που την ονόμασε “σκάνδαλο”.

Η πραγματική διδαχή του Ιησού δεν πρόλαβε να διαδοθεί. Δεν απέκτησε ποτέ την παραμικρή δυνατότητα να εξαπλωθεί και να πείσει. Οι ίδιοι οι κατηχητές και οι πιστοί της, την πρόδωσαν πρώτοι. Γι αυτό και μπορούμε να μιλάμε για αποτυχία του Χριστιανισμού. Μπορεί να απέκτησε εκατοντάδες εκατομμύρια πιστούς, να ανέδειξε ιεράρχες και θεολόγους, να οικοδόμησε μυριάδες ναούς – αλλά δεν κατόρθωσε το ουσιαστικό: να αλλάξει τον κόσμο.

Φαίνεται ότι η επιθυμία των ανθρώπων για το επέκεινα και την εδώ τελετουργική απεικόνισή του είναι τόσο ισχυρή που τίποτα δεν μπορεί να της αντισταθεί. Όπως και η ανάγκη τους για μία “μαγική”, ετεροκινούμενη λύση στα προβλήματά τους.

Σίγουρα είναι πιο εύκολο να ανάψεις ένα κερί, από το να κάνεις μία καλή πράξη. Να παρακαλέσεις έναν άγιο, από το να ασκήσεις την αγάπη.

Όλα αυτά δεν αφαιρούν αλλά προσθέτουν στο ανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού. Που οραματίστηκε ένα κόσμο πολύ πιο πλούσιο σε ανθρώπινες αξίες. Απλώς η ανθρωπότητα δεν στάθηκε αντάξιά του.


Υ. Γ. Η φωτογραφία από την Νέα Συναγωγή της Βουδαπέστης – από τον Ιουδαϊσμό ξεκίνησαν όλοι οι μονοθεϊσμοί.

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2006

Οι Άγιοι Χρυσοκάνθαροι



Την φωτογραφία αυτή την είχα τραβήξει πριν 20+ χρόνια στην Κέρκυρα. Είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Φωτογράφος με το οποίο συνεργαζόμουν πολλά χρόνια και σε ξένα έντυπα. Την είχα σκανάρει και έτσι είναι από τις λίγες παλιές φωτογραφίες που διαθέτω - όλο μου το αρχείο (φωτογραφικό, κείμενα, αλληλογραφία, κλπ) το έχω δωρίσει στο Μουσείο Μπενάκη.

Απεικονίζει παπάδες που περιμένουν να ενταχθούν στην λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου. Το Πάσχα στην Κέρκυρα το λάτρευα - πήγαινα κάθε χρόνο από το 1965, μέχρι που το ανακάλυψαν όλοι και δεν άντεχα την πολυκοσμία. Έχω γράψει και ένα κείμενο που το αγαπούν οι Κερκυραίοι.
Ο Αμλέτος στην Σπιανάδα

Την θυμήθηκα τώρα που τόσα διαβάζουμε για τα παραεκκλησιστικά κυκλώματα, για τις χρυσοφόρες επιχειρήσεις, για διαμονές αρχιερέων σε υπερπολυτελή ξενοδοχεία... Βέβαια δεν φταίνε οι απλοί παπάδες για όλα αυτά. Όμως τα χρυσοποίκιλτα άμφια και η "χρυσή" επιγραφή από πάνω δημιουργούν συνειρμούς.

Κάποτε είχα γράψει πως τα πιο άχρηστα επαγγέλματα στη γη είναι οι στρατιώτες και οι παπάδες. Όχι μόνο δεν παράγουν τίποτα - αλλά οι μεν σκοτώνουν, οι δε ασκούν εξουσία βασισμένη στον φόβο και την ενοχή. Θα ήθελα να ζω σε ένα κόσμο χωρίς αυτούς. Που θα λύνει ειρηνικά τις διαφορές του και θα λατρεύει τον όποιο Θεό του άμεσα και χωρίς μεσολαβητές...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 20, 2006

Ανεκπλήρωτο όνειρο



Θεός μου, στα πολύ παιδικά μου χρόνια ήταν ο Ιούλιος Βερν. Έχω γράψει γι αυτόν στους «Δρόμους»: «Ήταν για μένα το μυθικό, το ρομαντικό στοιχείο, η αποθέωση της φαντασίας και της περιπέτειας. Πολλά από τα πράγματα που με συνοδεύουν σε όλη μου την ζωή - π. χ. η μανία μου για τις μηχανές, η αγάπη μου για τα ταξίδια, η αέναη επινόηση της περιπέτειας (που με κάνει να μεταμορφώνω και την πιο πεζή εκδρομή μου σε εξερεύνηση) πρέπει να κατάγονται από τον γενειοφόρο θεό της παιδικής μου ζωής».

Γιατί θεό; Γιατί, πριν καλά-καλά μάθω να διαβάζω, κοιτώντας τις εικόνες μπέρδευα τον Ιούλιο Βερν με τον Θεό (ίδια γενειάδα, ίδιο ύφος στις χαλκογραφίες, όπου εμφανιζόταν περιτριγυρισμένος από τους ήρωές του και τον κόσμο του). Ήθελα να γίνω κι εγώ συγγραφέας (δηλαδή θεός).

Από τον Ιούλιο Βερν (διαβάστε και την Αναφορά στον Πλοίαρχο Νέμο) και από τα χρόνια εκείνα, κατάγεται και το ανεκπλήρωτό μου όνειρο. Που προϋποθέτει ανεξάντλητα χρήματα (το μεγαλύτερο τζακ ποτ).


Ναυπηγώ λοιπόν ένα σκάφος. Τόσο μεγάλο ώστε να χωράει όλα μου τα υπάρχοντα: βιβλία, δίσκους, πίνακες – όλο μου τον κόσμο. Τόσο μεγάλο ώστε να μπορεί να διαπλέει ωκεανούς, αλλά τόσο μικρό ώστε να χωράει και στο λιμάνι της Ύδρας.

Αυτό το σκάφος, εξοπλισμένο με την τελευταία τεχνολογία (που συνεχώς αναβαθμίζεται) είναι το σπίτι μου. Εκεί ζω όλη μου τη ζωή. Απλώς την ζω σε διάφορα μέρη του κόσμου: Έξη μήνες σε ένα έρημο ατόλ της Πολυνησίας, τρεις στο λιμάνι του Μόντε Κάρλο, τέσσερις στις εκβολές του Ρίο ντε λα Πλάτα και μετά Γροιλανδία, Βόρνεο, Αμβούργο... Πλάνητας. Καλώ φίλους για συντροφιά στο ένα ή στο άλλο ταξίδι, αλλά εγώ περνάω όλη τη ζωή μου στον πλωτό οίκο μου.

Κάτι σαν τον Ναυτίλο του πλοίαρχου Νέμο – αλλά όχι υποβρύχιο (θα με έπιανε κλειστοφοβία...). Και φυσικά θα έκανα ταξίδια στην ξηρά, θα είχα γνωστούς σε διάφορα λιμάνια και όρμους, θα παρακολουθούσα τον υπόλοιπο κόσμο (μικρός δεν τολμούσα να ονειρευτώ το Internet ή την Δορυφορική – αλλά υπήρχε ήδη το ραδιόφωνο). Πάντα όμως θα ξαναγύριζα στο σκάφος μου.

Και θα είχα και ένα κρυφό νησάκι καταφύγιο, σαν το άσπρο της φωτογραφίας.

Αυτό θα απαντούσα εγώ στην κλασική ερώτηση: «τι θα κάνατε αν...». Εσείς;

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2006

Ο Τελευταίος Σταθμός



Οι φωτογραφίες είναι από το ωραιότερο μικρό κοιμητήρι της Ελλάδας -το νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου στην Ερμούπολη. Στον δέκατο ένατο αιώνα όταν η Ερμούπολη συγκέντρωνε το 80% του συνολικού πλούτου της χώρας, οι οικογένειες των μεγαλοαστών της συναγωνίζονταν ποια θα έφτιαχνε το πιο ωραίο μαυσωλείο. Φέρνανε καλλιτέχνες από όλη την Ευρώπη και φτιάξανε ένα μικρό μουσείο γλυπτικής.


Εκεί, σε μία γωνιά, θα είναι και ο τελευταίος μου σταθμός. Το μόνο που μου έχει απομείνει από την σημαντική περιουσία των προγόνων, είναι ένας τάφος. Κάτω από τα αυστηρά βλέμματα του ενός προ-προ-πάππου (στην κορυφή της κάτω φωτογραφίας) και του άλλου προπάππου (φαίνεται στο βαθος αριστερά), θα κοιμηθώ τον αιώνιο.

Πως νιώθω όταν σκέπτομαι το γήρας και τον θάνατο; Το έγραψα πριν από καιρό:

Πέρασα στην Τρίτη Ηλικία πριν πέντε χρόνια, χωρίς να το καταλάβω. Ούτε και τώρα το έχω συνειδητοποιήσει. Μερικές σωματικές δυσκολίες που θεωρούνται συμπτώματα γήρατος, τις έχω από καιρό και δεν αποτελούν κάτι νέο που να με προβληματίσει. Ο καθρέφτης μου στην αρχή με ξένιζε – αλλά τώρα τον συνήθισα και ούτε πια τον κοιτάω.

Βλέπω στην εφημερίδα ένα ειδικό ένθετο: «Η Ζωή Αρχίζει στα 65» και σκέπτομαι αυτόματα «είναι για τους γέρους, δεν με αφορά». Και πραγματικά δεν με αφορά – όλα όσα γράφει εκεί με ύφος παρηγοριάς για δραστηριότητες και εκδηλώσεις ηλικιωμένων, μου φαίνονται τελείως ξένα.

Κι όμως με απασχολούν τα γερατειά. Στους «Δρόμους» έχω αφιερώσει κεφάλαια για το θέμα. Στα τελευταία μου ποιήματα (γραμμένα όλα μετά τα 65) που εκδόθηκαν πρόσφατα, αποκαλώ τον εαυτό μου γέροντα. Γιατί όμως, αφού δεν το νιώθω;

Ψάχνοντας και αναλύοντας βρήκα ότι αναφέρομαι συχνά στα γηρατειά όχι επειδή με αφορούν, αλλά επειδή με τρομάζουν. Τα νιώθω να με απειλούν με ένα πλαίσιο αναφοράς που μου είναι ξένο και απεχθές – στο οποίο όμως θα έπρεπε να ανήκω. Τα αποδέχομαι (υπερβάλλοντας μάλιστα) σχεδόν τα προκαλώ, για να τα ξορκίσω. Έχοντας την αίσθηση πως κοροϊδεύω. «Να τώρα υποδύομαι τον γέρο για να κατευνάσω τους θεούς, αλλά όταν αποφασίσω βγαίνω από τον ρόλο και γίνομαι αυτό που είμαι: αιώνια νέος».

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου διαφορετικά από αυτό που έγραψα τώρα: αιώνια νέος. Νέος. Μπορεί κουρασμένος, απογοητευμένος, πεσμένος, καταθλιπτικός, παραιτημένος – αλλά νέος. Νέος 25 ή 95 ετών – αλλά νέος.


Και νέος, νεότατος θα πεθάνω, όποτε συμβεί αυτό, και θα είμαι κατάπληκτος που μου έτυχε το μηδέν στα νιάτα μου.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 18, 2006

Μάνος ή Μίκης;



Το σημερινό μου κείμενο το εμπνεύστηκα από το χθεσινό comment του yiannis h. Έζησα όλη μου την ζωή ακούγοντας δύο μεγάλους μουσουργούς που δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί σαν άνθρωποι. Τον λυρικό Χατζιδάκι και τον επικό Θεοδωράκη. Ο ένας λεπτός, ευαίσθητος, χαμηλότονος, αλλά οξύτατος (διαβάστε τα πολιτικά του σχόλια), ο άλλος πληθωρικός, δυναμικός, ακόμα και αμετροεπής κατά καιρούς. Και οι δύο σφράγισαν την ζωή μου. Ακούω και τους δύο, αλλά φυσικά προτιμώ έναν από αυτούς, γιατί όπως ο κόσμος διαιρείται σε γατόφιλους και σκυλόφιλους έτσι διαιρείται και σε Χατζηδακικούς και Θεοδωρακικούς. Σπάνια να βρεις άνθρωπο που μέσα του ισορροπούν οι προτιμήσεις και για τους δύο.

Ίσως λοιπόν να ήταν ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τις μουσικές (αλλά και ανθρώπινες) κλίσεις μας. Θα αποκαλύψω (και θα υποστηρίξω) τις δικές μου στην διάρκεια της συζήτησής μας.

Υ. Γ. Η φωτογραφία που ξεκουράζει τα μάτια σας είναι από την ωραιότερη (για μένα) ελληνική παραλία: τους Εγκρεμνούς της Λευκάδας.

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2006

Υπάρχουν καλοί και κακοί δικτάτορες;



Πριν από χρόνια, στο «Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό» είχα γράψει αυτό το λήμμα:

Δικτάτορες: Τύραννοι που καταλύουν την δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μισητοί – αλλά με διαβαθμίσεις. Π. χ. όλοι συμφωνούμε να δικαστεί ο Πινοσέτ – αλλά πόσοι θα ζητούσαν να δικαστεί ο Φιντέλ Κάστρο;

Το θέμα με τους δικτάτορες και τις δικτατορίες παίρνει τώρα άλλες διαστάσεις. Όπως σίγουρα θα έχετε ακούσει, στις 25 Ιανουαρίου θα συζητηθεί στην ολομέλεια του Συμβουλίου της Ευρώπης (αφού εγκρίθηκε από την Πολιτική Επιτροπή) η εισήγηση του Σουηδού νομομαθούς Goran Lindblad για την καταδίκη των εγκλημάτων όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων, άσχετα με την πολιτική τους τοποθέτηση.

Οι κομμουνιστές και άλλοι αριστεροί διαμαρτύρονται γιατί με αυτόν τον τρόπο εξισώνεται ο κομμουνισμός με τον φασισμό – ή όπως το έθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης, τα θύματα με τους θύτες.

Η άποψη του Lindblad είναι πως: «Ενώ ένα άλλο ολοκληρωτικό καθεστώς του 20ου αιώνα – δηλαδή ο ναζισμός – έχει ερευνηθεί, καταδικαστεί διεθνώς και οι πρωταγωνιστές του έχουν δικαστεί και τιμωρηθεί, αντίστοιχα εγκλήματα που έγιναν στο όνομα του κομμουνισμού δεν έχουν ούτε ερευνηθεί ούτε καταδικαστεί διεθνώς».

Το σχέδιο απόφασης «καταδικάζει εμφατικά τις μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν από ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα και εκφράζει συμπάθεια, κατανόηση και αναγνώριση στα θύματα αυτών των εγκλημάτων».

Και για να ξέρουμε γιατί μιλάμε: η πρόταση παρουσιάζει εκτιμήσεις για τα θύματα, οι οποίες έχουν τεράστιες αποκλίσεις και διακυμάνσεις, μια και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία. Π. χ. : Κίνα 38-72 εκ., Σοβιετική Ένωση 20-62, Καμπότζη 2-2,3, Αφρική 1,7, Αφγανιστάν 1,5, Βιετνάμ 1, Ανατολική Ευρώπη 1. Με συντηρητικές εκτιμήσεις το σύνολο ανέρχεται σε 100.000.000.

Προσωπική άποψη: Θεωρώ ότι είναι πράγματι λάθος να βάζουμε στο ίδιο σακί τον φασισμό και τον κομμουνισμό. Ο πρώτος ήταν μία θεοποίηση του εθνικισμού, του ρατσισμού, της δύναμης για την δύναμη. Ο δεύτερος ήταν μία ιδεολογία που ξεκίνησε για να καταργήσει την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, για να απελευθερώσει τις εργαζόμενες μάζες, για να εγκαθιδρύσει την ισότητα. Η ουτοπία του πρώτου ήταν το Χιλιετές Ράιχ – του δεύτερου η αταξική κοινωνία.

Στους σκοπούς και στόχους υπάρχει αβυσσαλέα διαφορά. Στα μέσα όμως; Όταν προσπαθείς να επιβάλεις ακόμα και την πιο άγια ιδέα (π. χ. τον Χριστιανισμό) με το ζόρι, καταφεύγεις στην βία. Και η βία είναι μία – δεν έχει αποχρώσεις. Έτσι στα μέσα επιβολής της ουτοπίας υπήρξαν πολύ μεγάλες ομοιότητες. Στρατόπεδα συγκέντρωσης οι μεν, γκούλαγκ οι δε. Βασανιστήρια, εκτελέσεις, τρομοκρατία, καταπίεση – κοινά και από τις δύο πλευρές.

Ωστόσο, αν ήμουν μέλος του Συμβουλίου, θα ψήφιζα εναντίον του ψηφίσματος. Γιατί παρόλο που δέχομαι την ύπαρξη των κοινών μεθόδων, θα λάμβανα υπόψη μου τις αρχικές προθέσεις. (Αν και ο δρόμος για την Κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις).

Παράλληλα όμως θα έκανα ένα άλλο ψήφισμα, που θα καταδίκαζε τα εγκλήματα των κομμουνιστικών κρατών, χωρίς να τα εξισώνει με τα φασιστικά. Θεωρώ ότι στο ζήτημα υπάρχει απαράδεκτη διάκριση. Αν κάποιος δηλώσει οπαδός του Χίτλερ καταδικάζεται από όλους μας - ενώ το να υμνείς τον Στάλιν, μπορεί να φαίνεται λίγο παράξενο αλλά όχι αποκρουστικό.

Με έχει πολύ προβληματίσει το θέμα.

Υ. Γ. Η φωτογραφία είναι από το «Εβραϊκό Μουσείο» του Βερολίνου. Περνάς αναγκαστικά από αυτόν τον διάδρομο πατώντας επάνω σε μεταλλικά πρόσωπα που αναδίνουν ήχο αλυσίδων.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2006

Οι δυνατοί και οι αδύναμοι



Υπάρχει κάτι πολύ ευάλωτο και τρωτό σε ένα blog. Αν είναι τίμιο ημερολόγιο, ένας άνθρωπος ξεγυμνώνει εκεί την ψυχή του. Και εκτίθεται όσο και οι écorchés, οι γδαρμένοι του Proust, που πονάνε και με ένα κόκκο άμμου.

Ο δεύτερος blogger της ιστορίας ήταν ο Michel de Montaigne. (Πρώτη, είπαμε, η Sei Shonagon). Στον πρόλογο του βιβλίου του «Δοκίμια» γράφει την πρωτοφανή για τον χώρο και την εποχή του φράση: «έτσι αναγνώστη, είμαι εγώ ο ίδιος η ύλη του βιβλίου μου».

Πρωτοφανής φράση γιατί ως τότε κανείς δεν έγραφε εξομολογητικά στο πρώτο πρόσωπο. Και οι δύο εξαιρέσεις που γνωρίζουμε: «Τα εις εαυτόν» του Μάρκου Αυρήλιου και οι «Εξομολογήσεις» του Αγίου Αυγουστίνου είναι το μεν πρώτο κυρίως φιλοσοφικό κείμενο, το δε δεύτερο, θεολογικό.

Αλλά ο Montaigne (1533-1592), γυμνώνεται εντελώς μπροστά στον αναγνώστη. Μικρά μικρά δοκίμια αποκαλύπτουν τις πιο εσωτερικές του πτυχές. Μεταφράζω πρόχειρα τον πρόλογο:


«Στον αναγνώστη:

Εδώ είναι ένα βιβλίο καλής πίστης, αναγνώστη. Σε προειδοποιεί από την αρχή, ότι δεν είχα κανένα σκοπό, παρά μόνο ιδιωτικό και οικείο: δεν έλαβα υπόψη μου ούτε την δική σου εξυπηρέτηση, ούτε την δική μου δόξα. Οι δυνάμεις μου δεν επαρκούν για τέτοιους σχεδιασμούς. [ ] Αν ήθελα να κερδίσω την εύνοια του κόσμου, θα στολιζόμουν με δανεικές ομορφιές. Θέλω όμως να με βλέπουν στον απλό μου τρόπο, φυσικό και κοινό, χωρίς σοφίες και τεχνάσματα: γιατί εμένα ζωγραφίζω. Τα ελαττώματά μου θα διαβαστούν ζωντανά, οι ατέλειές μου και οι αφελείς μου τρόποι, όσο μου επιτρέπει ο σεβασμός του κοινού. Αν ήμουν ανάμεσα σε εκείνα τα έθνη που, όπως λένε, ζούνε ακόμα κάτω από την γλυκιά ελευθερία των πρώτων νόμων της φύσης, σε διαβεβαιώνω ότι θα με είχα ζωγραφίσει ολόκληρο και ολόγυμνο. Έτσι, αναγνώστη, είμαι εγώ ο ίδιος η ύλη του βιβλίου μου: δεν υπάρχει λόγος να χάσεις τον ελεύθερο χρόνο σου για ένα θέμα τόσο ασήμαντο και μάταιο».

Η φράση κλειδί: «θα με είχα ζωγραφίσει ολόκληρο και ολόγυμνο». Ο άνθρωπος που θέλει να φτάσει την επικοινωνία ως το απώτατο όριο, θέλει να ανταλλάξει με τον συνάνθρωπό του όχι απλώς πληροφορίες και δεδομένα, αλλά βιώματα, φόβους, αγάπες, άγχη... Γιατί μόνο έτσι ανακουφίζεται και ανακουφίζει.

Δεν είναι επιδειξιμανής – γιατί δεν επιδεικνύει μόνο αυτά που θα εντυπωσιάσουν, αλλά και αυτά που τον πονάνε. Και βέβαια γίνεται τρωτός από τον πρώτο αγροίκο που θα κοροϊδέψει τις αδυναμίες του.

Μόνο που, σε αυτή την περίπτωση, τα πράγματα είναι αντίστροφα: ο αδύναμος είναι ο αγροίκος που κοροϊδεύει. Ο άλλος, που έχει την τόλμη να ανοιχτεί, είναι ο δυνατός.


Υ. Γ. Εδώ τελειώνει η ενδοσκόπηση και η εσωστρέφεια! Το επόμενο post θα μιλάει για άλλα. Σας βάζω και μία φωτογραφία (αρχείου) με χιόνια, τον ανήφορο για το σπιτάκι.

Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2006

Το Δίκτυο είναι το σπίτι μου


Κλείνοντας την πόρτα του ύπνου κάθε πρωί, ανοίγω την πόρτα του Διαδικτύου. Εδώ και πάνω από δέκα χρόνια αυτό είναι το σπίτι μου. Εκεί εργάζομαι, εκεί συναλλάσσομαι, εκεί διασκεδάζω. Το παίρνω μαζί μου στις εκδρομές, στα ταξίδια. Οι περισσότεροι φίλοι μου (σχεδόν όλοι) είναι εκεί.

Κυρίως: στο Δίκτυο νιώθω άνετα. Δεν ξέρω αν εκεί με αγαπούν - πάντως σίγουρα περισότερο από ότι στον άλλο κόσμο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι ένας μονομανής κολλημένος στον υπολογιστή του. Μάλλον θα έλεγα ότι ο υπολογιστής μου είναι κολλημένος σε μένα - αφού κινούμαι ελεύθερα αλλά με συνοδεύει παντού με διάφορες μορφές: φορητός, Pda ακόμα και κινητό.

Αυτό το blog ήταν η κατάληξη μίας πορείας που άρχισε το 1985 (πήρα τον πρώτο μου υπολογιστή) συνεχίστηκε το 1994 (μπήκα στο Internet) το 1997 (έφτιαξα το πρώτο μου site) και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2006 με το πρώτο blog.

Αλλάζω θέμα: εχθές, όπως έγραψα ήδη, περπάτησα στο χιόνι. Όχι - δεν ήμουν στο Saint-Moritz ούτε στην Αράχωβα. 35 χιλιόμετρα από την Αθήνα, στις υπώρειες της Πάρνηθας, λίγα χιλιόμετρα πάνω από το σπιτάκι στα Κιούρκα. Άλλος κόσμος εκεί, άλλη χώρα, άλλο κλίμα. Μιλούσαμε στο κινητό με φίλη που μένει στα νότια προάστεια και απορούσε: ποιο χιόνι; εδώ έχει λαμπρή λιακάδα!

Θαυμαστή Αττική - μόνον εσύ περικλείεις τα πάντα σε μία αγκαλιά.

Υ. Γ. Μια και σας άρεσε ό Ντον, αποφάσισα να τον βάλω στο profile μου - πιο ωραίος από μένα, είναι οπωσδήποτε! Άλλωστε, αυτή τη στιγμή είναι ξαπλωμένος στα γόνατά μου (γράφω πάνω από την πλάτη του) και γουργουρίζει από ικανοποίηση.

Υ. Γ. 2 Η φωτό είναι του 1986... Επάνω στην οθόνη ξαπλωμένο το Γατοτάκι - πρωταγωνιστής στο "Ημερολόγιο του Καύσωνα".

Σάββατο, Ιανουαρίου 14, 2006

Το καθημερινό ξύρισμα


Μια και κάποιος παραπονέθηκε για την απουσία γυναικών από το blog, σκέφθηκα να τις προκαλέσω.

Το κείμενό μου "Το καθημερινό ξύρισμα" δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Ταχυδρόμος" στις 15.3.79. με τίτλο της σύνταξης. Κυκλοφορούσε μετά για χρόνια σε λαθραίο φυλλάδιο, μπήκε στον τόμο "Σάτιρες" (1992), ανέβηκε σε πολλά sites του Internet ανώνυμα και επώνυμα, και ακόμα κυκλοφορεί. Το θέμα του προκαλεί πάντα μεγάλες αντιπαραθέσεις. Για να δούμε εδώ...

Διαβάστε το ή ξαναδιαβάστε όσοι το ξέρατε από παλιά. Είναι ενδιαφέρον να δούμε αν (και τι) έχει αλλάξει σε 27 χρόνια. Κάνετε κλικ στον τίτλο ή εδώ:

Ξύρισμα

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2006

Το blog της Sei Shonagon



Σας προτείνω να παίξουμε το παιχνίδι με τις λίστες. Το άρχισε μία ποιήτρια και αυλικός της Ιαπωνικής αυτοκρατορικής αυλής πριν 1000 χρόνια. Η Sei Shonagon (966-1017) είναι ο πρόγονος όλων μας. Κρατούσε ένα ημερολόγιο (Το Βιβλίο του Μαξιλαριού) όπου κάθε μέρα κατέγραφε τις εντυπώσεις της. Εκπληκτικής ευαισθησίας παρατηρήσεις, σαρδώνιο χιούμορ, ποιητική φινέτσα και ... λίστες. Κάθε τόσο Λίστες με "πράγματα που κάνουν την καρδιά να χτυπά γρήγορα", "πράγματα που οι άνθρωποι περιφρονούν", κλπ.

Μαζί με την Murasaki Shikibu, σύγχρονή της, είναι οι δύο μεγάλες κυρίες (και οι σημαντικότεροι συγγραφείς) της Ιαπωνικής λογοτεχνίας.

Tην ανακαλύψα φοιτητής από μία μικρή γερμανική έκδοση (Insel) και από τότε δεν την έχω αφήσει ποτέ. Έχω το βιβλίο της σε πολλές εκδόσεις - η πιο ωραία είναι της Folio Society, εικονογραφημένη από τον Jasper Dean. Η μεγάλη εικόνα είναι το πορτραίτο της (όπως το φαντάστηκε ο Dean) και η μικρή κομμάτι από το εξώφυλλο - σταμπαρισμένο σατέν.

Λοιπόν εγώ μιμήθηκα την Sei Shonagon και έβγαλα ένα βιβλίο με δικές μου "Λίστες". Αρκετές θα βρείτε εδώ:

Λίστες

Γράψτε μου τις δικές σας - ανταλλάξτε τις μεταξύ σας - θα βρείτε τόσα κοινά και διαφορετικά πράγματα...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2006

Mal du départ


Ξύπνησα σήμερα με έναν έντονο «πόνο της φυγής» (mal du départ) τον λέει ο Καββαδίας.

Μου συμβαίνει συχνά αυτό, όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Το έχω περιγράψει και αλλού:

«Πολλά είναι τα πρωινά που ξυπνάω με γεύση ματαιότητας και θανάτου. Όμως είναι και άλλα όπου με διακατέχει μία έντονη επιθυμία απόδρασης. Ονειρεύομαι πως, σιωπηλά, χωρίς κανείς να με πάρει μυρωδιά, μαζεύω μερικά απαραίτητα πράγματα και εξαφανίζομαι. Το που πάω δεν έχει σημασία και αλλάζει από ξημέρωμα σε ξημέρωμα: άλλοτε λιάζομαι σε εξωτικά μέρη και άλλοτε χάνομαι σε μεγαλουπόλεις. Σημασία έχει ότι φεύγω. Αυτή η λαχτάρα της φυγής είναι τόσο έντονη που με πονάει σωματικά». (Οι Δρόμοι μου, σελ. 652 «Φεύγοντας Ακίνητος»).

Ναι το κεφάλαιο λέγεται «Φεύγοντας ακίνητος» γιατί όσο περισσότερο νιώθω αυτόν τον πόθο, τόσο δεν πάω πουθενά. «Οι χειρότερες φυλακές» λεω παρακάτω, δεν είναι αυτές που δεν μπορείς αλλά που δεν θέλεις να φύγεις».

Α, το ταξίδι! Έχω κάνει πολλά – αλλά είναι πάντα λίγα. Κι όσο περνάνε τα χρόνια, βγάζω ρίζες και μετακινούμαι πιο δύσκολα. Το ξεκίνημα, το ξερίζωμα πονάει – αλλά μετά νιώθεις φτερό στον άνεμο που σε τρέχει. Και φεύγεις, φεύγεις.

Καλύτερα από όλους έχει περιγράψει αυτό το αίσθημα ο Baudelaire:

Mais les vrais voyageurs sont ceux-là seuls qui partent
Pour partir;

Μα οι πραγματικοί ταξιδιώτες είναι αυτοί μόνο που φεύγουν
Για να φύγουν. Ανάλαφρες καρδιές, σαν αερόστατα
Από την μοίρα τους ποτέ δεν απομακρύνονται
Και δίχως να ξέρουν γιατί, λένε πάντα : πάμε!


Ναι, ξύπνησα το πρωί με μια γεύση φυγής στο στόμα. Κι όσο μπορώ, θα την αξιοποιήσω. Ίσως μέσα στη μέρα πεταχτώ σε έναν από τους Κρυφούς Τόπους όπου μπορείς να μείνεις μόνος μέσα σε πολλή ομορφιά. Έχω ένα κατάλογο από αυτούς του τόπους – κάτι πανέμορφοι αρχαιολογικοί χώροι σε ακτίνα δύο ωρών από την Αθήνα, όπου δεν θα συναντήσετε ποτέ επισκέπτη ή τουρίστα (ίσως κανένα αρχαιομανή Γερμανό) ακόμα και στην μεγάλη τουριστική έξαρση.

Η φυγή. Το ταξίδι. Κι αν ακόμα δεν φύγω, η αίσθηση της αλλαγής με γέμισε.

«Αλλά αχ, εκείνα τα πρωινά που σε πλημμυρίζει η βεβαιότητα της απόδρασης! Τώρα, λες, ΤΩΡΑ θα τα παρατήσω όλα και θα φύγω. Για μια στιγμή είσαι γεμάτος και ευτυχής».

Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2006

Διάλειμμα


Σήμερα είναι μία δύσκολη μέρα όλο τρεχάματα. Ελάχιστος χρόνος για blog - ίσως το απόγευμα

Δεν έχω συνηθίσει τα καλά λόγια και με συγκίνησε ιδιαίτερα το κείμενο του Πιτσιρίκου (pitsirikos.blogspot.com).

Μια φωτογραφία για να μην μείνει εντελώς άδειος ο χώρος. Ο σοφός γάτος Ντον, που ήρθε στη ζωή μου με μαγικό τρόπο (τον ονειρεύτηκα 20 ώρες πριν τον συναντήσω) σας καλημερίζει.

Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2006

Αυτό δεν είναι blog - είπε ο Βούδας


Ξυπνώντας το πρωί, πρώτη σκέψη το blog:"Τι θα συζητήσουμε σήμερα;"

Και μετά φρενάρησα. Μια στιγμή! Αυτό είναι blog. Ημερολόγιο! Δεν είναι πανεπιστημικό σεμινάριο, όμιλος συζητήσεων, debating society, forum ή newsgroup. Ούτε είναι δυνατόν να νιώθω σαν τον καθηγητή που ετοιμάζει το θέμα και μπαίνει στην τάξη λέγοντας: "Σήμερα, παιδιά, θα μιλήσουμε για την πρόοδο".

Κανονικά ένα blog πρέπει να μιλάει για τον συντάκτη του: εμπειρίες, βιώματα, συναισθήματα, γεγονότα, παθήματα...

Αλλά έχω πάθει το εξής: επειδή τα βιβλία μου είναι πολύ εξομολογητικά και αυτοβιογραφικά (π. χ. "Το Ημερολόγιο του Καύσωνα" που θα το βρείτε ολόκληρο στο www.ndimou.gr, ή το τελευταίο "Οι Δρόμοι μου", 735 σελίδες ανασκαφή του εαυτού μου) έχω βαρεθεί την ενδοσκόπηση. Έκλεισε αυτός ο κύκλος.

Και τελικά κανείς δεν απαγορεύει σε ένα blog να είναι ο,τιδήποτε.

Οπότε συνεχίζουμε να συζητάμε.

Η συζήτηση περί ευτυχίας με γύρισε σε μία άλλη συνταγή αλυπίας: την Βουδιστική.

Όπως θα ξέρετε ο Βουδισμός δεν είναι θρησκεία. (Άλλο αν μεταγενέστερα θεοποιήθηκε ο Βούδας). Δεν ασχολείται με τους θεούς, δεν τον ενδιαφέρει το επέκεινα - επικεντρώνεται στην απάλειψη της ανθρώπινης οδύνης. Είναι μία αγωγή για την αντιμετώπιση του πόνου. Η συνταγή του είναι μαθηματικά απλή: πονάμε επειδή επιθυμούμε, επειδή γαντζωνόμαστε στα πράγματα. Μόνο η μη προσκόλληση μπορεί να μας προστατέψει από τον πόνο της σίγουρης απωλειας. Κι επειδή αυτό που επιθυμεί είναι το εγώ - η τελική άσκηση είναι η κατάργηση, ο μηδενισμός του εγώ.

Σε τρεις αράδες προσπάθησα να συμπυκνώσω τις δεκάδες Σούτρες του Τριπιτάκα. (Και για τον Βούδα έχω γράψει ένα βιβλίο). Δεν το θέτω σαν θέμα προς συζήτηση (δεν είμαστε σχολείο!) αλλά απλά το προσθέτω για την συνέχεια της συζήτησης.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 09, 2006

Και με τα κεριά, βλέπαμε...


Η χθεσινή μας συζήτηση με έβαλε σε σκέψεις. Γιατί άραγε άνθρωποι που χρησιμοποιούν την τεχνολογία να την αρνούνται ή να την σνομπάρουν; Γιατί γενικά κυριαρχεί απαισιοδοξία γύρω από την πρόοδο και το μέλλον του ανθρώπου;

Παραθέτω ένα παλιότερο κείμενό μου με προσθήκες – θέλω πολύ να ακούσω τις απόψεις σας.

Αν μπείτε στο Internet και δώσετε στο Google τις λέξεις Myth of Progress θα εμφανιστούν δεκάδες άρθρα και μελέτες με ένα κοινό παρανομαστή: ότι η πρόοδος είναι μύθος, φενάκη, απάτη.

Γιατί όμως η πρόοδος είναι μύθος;

Για να ορίσουμε την πρόοδο πρέπει να έχουμε κάποιο κριτήριο, κάποια βάση ή αφετηρία. Σε μία αριθμητική πρόοδο αρχίζουμε από κάποιον αριθμό και ανεβαίνουμε. Και για να διαπιστώσουμε αν υφίσταται πρόοδος σε κάτι, πρέπει να ξεκινήσουμε από κάπου. Αν ένας μαθητής έπαιρνε 11 και τώρα παίρνει 16 λέμε (και σωστά) ότι προόδευσε. Κι αν ένας αθλητής πηδούσε 2 μέτρα και τώρα πέρασε τα 2.15 σίγουρα υπάρχει πρόοδος.

Αν όμως στον αθλητή μας βάλουμε τον πήχη στα τρία μέτρα και δεν τα πηδήσει, τότε μπορούμε να αγνοήσουμε τα 2.15 και να πούμε πως απέτυχε – και μάλιστα έμεινε 85 εκατοστά κάτω από τον στόχο. Δηλαδή, χάλια!

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η βάση του «μύθου». Βάζουμε τον πήχη πολύ ψηλά και μετά θρηνούμε επειδή αποτύχαμε. Παραγνωρίζουμε – ή δεν αξιολογούμε – αυτά που έχουμε κατορθώσει και κρίνουμε μόνο με βάση τα όσα (κατά τη γνώμη μας) θα έπρεπε να είχαμε καταφέρει.

Τι θα έπρεπε να έχουμε καταφέρει; Μα να είναι όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη, ευτυχείς, υγιείς, εύποροι, χορτάτοι, ελεύθεροι, χαρούμενοι (ενδεχομένως και αθάνατοι) και να ζούνε σε μία φύση απείραχτη, παρθένα, καθαρή, κλπ. Δηλαδή να έχουμε πραγματοποιήσει μία κατάσταση ουτοπίας.

Για μένα όμως υπάρχει μόνο ένα μέτρο και κριτήριο της προόδου: το παρελθόν. Τον μαθητή που παίρνει τώρα 16 δεν θα τον κρίνω με βάση το 20, αλλά το 11 που έπαιρνε μέχρι σήμερα.

Και σε σχέση με το παρελθόν έχουμε κάνει τεράστιες προόδους, σε όλους τους τομείς. Όχι μόνο στην επιστήμη και την τεχνολογία (εκεί δεν το αρνούνται ούτε οι πιο φανατικοί αντιρρησίες – και πως θα μπορούσαν;) αλλά και στους καθαρά ανθρωπιστικούς και ανθρώπινους δείκτες.

Ας αρχίσουμε από τα βασικά: πριν μόλις 200 χρόνια η δουλεία ήταν νόμιμη (ναι, όλοι οι σοφοί μας αρχαίοι την θεωρούσαν φυσικό πράγμα). Πριν 100 χρόνια ο μέσος όρος ζωής στον πλανήτη ήταν 30 χρόνια – τώρα είναι 67. Πριν 100 χρόνια μόνο σε πέντε κράτη ψήφιζαν και εκλέγανε τους ηγέτες τους – τώρα είναι 122. Σύμφωνοι, πολλές εκλογές είναι στημένες, και πολλές δημοκρατίες είναι μόνο κατ’ όνομα – αλλά πρόοδος υπάρχει. Πριν 100 χρόνια η μισή υφήλιος ήταν αποικίες μερικών κρατών – τώρα δεν υπάρχει πια καμία.

Και πάλι πριν 100 χρόνια για να ακούσεις μουσική έπρεπε να πας σε συναυλία, στην Αθήνα δεν υπήρχε ούτε ένα μόνιμο θέατρο και το 80% των Ελλήνων ήταν αγράμματοι.

Πριν 50 χρόνια στο Λονδίνο δεν μπορούσες να αναπνεύσεις από την πράσινη ομίχλη-μπιζελόσουπα (smog, pea-soup) και ο Τάμεσης ήταν δηλητήριο. Τώρα ο αέρας είναι καθαρός και ο Τάμεσης γεμάτος ψάρια. Πριν 35 χρόνια το 36% των ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες λιμοκτονούσε – το 1996 το ποσοστό είχε πέσει στο 18% και σήμερα υπολογίζεται στο 12. Σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΗΕ, στα τελευταία πενήντα χρόνια έχουμε μειώσει την παγκόσμια φτώχεια περισσότερο από ότι στα τελευταία πεντακόσια.

Πριν 50 χρόνια δεν υπήρχε ούτε μία Μη Κυβερνητική Οργάνωση που να νοιάζεται για τα θύματα της πολιτικής βίας, για το περιβάλλον, για τους άρρωστους και τους πεινασμένους – οι λιμοί στην Αφρική ήταν ειδήσεις στα ψιλά των εφημερίδων.

Σύμφωνοι, ο κόσμος απέχει πολύ από το να είναι τέλειος – αλλά δεν υπάρχει πρόοδος;

Κυριακή, Ιανουαρίου 08, 2006

Et in Arcadia ego


Δύσκολη νύχτα, λίγος ύπνος. Ένας επίμονος βήχας με τίναζε κάθε τόσο. Ίωση.

Περίεργο να σηκώνεσαι με βαρύ κεφάλι και να σε θαμπώνει μία Αλκυονίδα μέρα. Με τον ψυχρό, πλάγιο ήλιο του χειμώνα – χαρά των φωτογράφων.

Όχι, δεν τσακώνομαι πια. Πριν από τριάντα χρόνια αρπαζόμουν εύκολα, είχα έτοιμη την ειρωνεία και τον σαρκασμό στο τσεπάκι. Σπάνια έβριζα. Οι ψύχραιμες αιχμές πονάνε πιο πολύ από τις βρισιές.

Με τα χρόνια μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τι είναι σημαντικό και τι όχι. Ο καυγάς είναι σπατάλη χρόνου και δυνάμεων. Όχι μόνο δεν αποφέρει τίποτα (αντίθετα με την διαφωνία που είναι η μητέρα της σκέψης) αλλά θολώνει το μυαλό. Όσοι έρχονται στο blog για να τσακωθούν, χάνουν τον χρόνο τους. Εγώ, τουλάχιστον, δεν θα πάρω.

Ελπίζω να περάσετε μία ωραία Κυριακή και σας κερνάω φωτογραφία τραβηγμένη πριν ένα χρόνο στην Αρκαδία, στο φαράγγι του Λούσιου.


Υ. Γ. Τώρα πληροφορούμαι ότι κάποιος (ή κάποιοι) κυκλοφορούν σε άλλα blogs ως Νίκος Δήμου (δυστυχώς τόσο εύκολο) και κάνουν αυτό που δεν θα έκανα ποτέ: αντικρούουν υβριστικά σχόλια για μένα. Τους ευχαριστώ για την υπεράσπιση - αλλά όχι για την πλαστοπροσωπία.

Εμένα θα με βρείτε σε αυτό το blog και στο www.ndimou.gr. Πάω και αλλού, αλλά, αν γράψω, θα είναι μόνο για να επαινέσω.