Παρασκευή, Μαρτίου 10, 2006

Η επανάσταση του 20ου αιώνα



Όταν ήμουν παιδί διαβάζαμε στα ψιλά των εφημερίδων για «μεγάλο λιμό στην Αφρική» ή για «καταστρεπτικό σεισμό στην Περσία» κουνάγαμε το κεφάλι και σηκώναμε τους ώμους. Το πολύ μία αστραπή λύπης για τα θύματα και μετά η καθημερινότητα.

Κανείς δεν σκέφθηκε ποτέ να κάνει κάτι για αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε τότε ούτε και παλιότερα.

Νομίζω πως το κορυφαίο επίτευγμα του 20ου αιώνα – και ορόσημο για την ηθική εξέλιξη της ανθρωπότητας (ίσως πιο σημαντικό κι από τον Χριστιανισμό) είναι η δημιουργία και η δράση των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.

Ο Σωκράτης ζούσε σε έναν κόσμο γεμάτο δούλους – πουθενά δε φάνηκε αυτό να τον ενοχλεί. Ο Βούδας μίλησε για την συμπόνια και ο Χριστός για την αγάπη, οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχισαν να είναι εξίσου απάνθρωποι όπως και πριν. Μάλιστα οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, αντί να φέρουν ανθρωπιά, σκότωσαν, βασάνισαν και κατέστρεψαν ακόμα περισσότερο. Ο Χριστιανισμός συμβίωσε με την δουλεία για δυο χιλιετίες.


Όμως, στο δεύτερο μισό του 20 αιώνα, δημιουργήθηκαν πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις που προσφέρουν επείγουσα ιατρική φροντίδα, τρόφιμα, αρωγή και περίθαλψη, που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων, συμπαρίστανται στους πολιτικούς κρατούμενους, κι αντιμάχονται την καταστροφή του περιβάλλοντος. Βρίσκονται στα πιο απρόσιτα σημεία της γης, βοηθάνε με κίνδυνο της ζωής των μελών τους, σπεύδουν με απίθανη ταχύτητα - πριν ακόμα ο υπόλοιπος κόσμος μάθει για το κακό, αυτοί είναι ήδη εκεί.

Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις της εποχής μας εφαρμόζουν στην πράξη πολλές ηθικές αρχές που, ως τότε, έθαλλαν μόνο στα βιβλία. Το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν» δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν μπορείς να του απαλύνεις τον πόνο.

Μια βασική διαφορά από παλιότερες φιλανθρωπικές ή ιεραποστολικές πρωτοβουλίες είναι πως η βοήθεια δεν χορηγείται ούτε σαν ελεημοσύνη, ούτε σαν τρόπος προσηλυτισμού. Τα κίνητρα που την ωθούν δεν εδράζονται τόσο στο συναίσθημα – όχι πως δεν παίζει ρόλο και αυτό – όσο στον ορθό λόγο. Είναι απόρροια της θεωρίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που βασίζεται στον ανθρωπισμό του Διαφωτισμού.
Σήμερα παρουσιάζεται (18:00, Fnac, The Mall) το βιβλίο του Οδυσσέα Βουδούρη «Μακριά και Δίπλα μας». Είναι ένα οδοιπορικό σε 20 χώρες (αρχίζει με Σαλβαδόρ το 1989 και τελειώνει με Αφγανιστάν το 2004) του χειρουργού και προέδρου των Ελλήνων «Γιατρών Χωρίς Σύνορα». Περιέχει φωτογραφίες (μερικές αβάσταχτα σκληρές) και ημερολογιακές σημειώσεις. Είναι αξιόλογο γιατί έχει δομηθεί με αυστηρά ντοκουμενταρίστικο τρόπο. Απλό, λιτό και άμεσο, δείχνει το τεράστιο μέγεθος των προβλημάτων και τις προσπάθειες για λύση.

Όποιος θέλει να είναι άνθρωπος, θα έπρεπε, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, να ρίχνει μία ματιά σε αυτό το βιβλίο. Ο ύπνος του δεν θα είναι μακάριος – αλλά ίσως κάποια στιγμή αποφασίσει να κάνει και αυτός κάτι.


Περισσότερα για το θέμα στο δοκίμιό μου "Το Νέο Διεθνές Ήθος" ΕΔΩ

Πέμπτη, Μαρτίου 09, 2006

Μία ζωή αγώνες

Κυκλοφορεί (και παρουσιάζεται σήμερα στον Τύπο) το βιβλίο του Γιώργου Λιβέρη «Η Ιστορία των Αγώνων Αυτοκινήτου στην Ελλάδα». Ο πρώτος τόμος, με 505 σελίδες μεγάλου σχήματος, φτάνει ως το 1973.

Για όποιον έχει έστω και ελάχιστα ενδιαφερθεί για το σπορ του αυτοκινήτου, είναι ένα βιβλίο ανεκτίμητης αξίας. Περιέχει έναν τεράστιο πλούτο πληροφοριών, φωτογραφιών, εξομολογήσεων, βιογραφικών στοιχείων και πινάκων. Ο Γιώργος Λιβέρης, από τους πρώτους συντάκτες αυτοκινήτου στην Ελλάδα, έχει κάνει μία υποδειγματική δουλειά. Ζωντάνεψε μία εποχή.

Μία εποχή όπου οι αγώνες αυτοκινήτου ήταν απίθανα αγνοί και πρωτόγονοι. Ήταν το μεράκι και το χόμπι μίας μικρής μειονότητας φανατικών που ξόδευε χρόνο και χρήματα για να κάνει το κέφι της. Τηλεόραση τότε δεν υπήρχε, δημοσιότητα ανύπαρκτη, χορηγοί άγνωστοι – ακόμα και τα ειδικά περιοδικά μόλις άρχιζαν να αναδύονται.

Το πόσο περιθωριακοί ήταν τότε οι οδηγοί αγώνων, καταδεικνύεται από ένα συγκλονιστικό στοιχείο: σχεδόν κανένας δεν τολμούσε να «εκτεθεί» με το πραγματικό του όνομα. Όλοι έτρεχαν με ψευδώνυμα. Το βιβλίο κλείνει με ένα κατάλογο 500 ψευδωνύμων – που ίσως ήταν περισσότερα από τους αγωνιζόμενους. (Μερικοί είχαν δύο και τρία). Ήταν η εποχή που καθιέρωσε τον Ιαβέρη, τον Σιρόκο, τον Αστερίξ, τον ΕΙΠΩΡΧ, τον Μέλα και τον Μαύρο.

Μόνο στην αρχή, πριν το 1960, όταν το αυτοκίνητο ήταν ακόμα gentleman’s sport, οι κύριοι της υψηλής κοινωνίας έτρεχαν με το όνομά τους: Αντώνης Σταθάτος, Νίκος Παπαμιχαήλ, Τζώνης Πεζμαζόγλου. Μετά, όταν έγιναν «οι τρελοί που τρέχουν στα ράλι», κρύφτηκαν πίσω από ψευδώνυμα. Ύστερα από το 80 άρχισε να φθίνει αυτή η συνήθεια – σημάδι πως το σπορ έγινε κοινωνικά αποδεκτό.

Το ψώνιο του αυτοκινήτου το είχα από παιδί. Μπόρεσα να ζήσω τις ηρωικές του εποχές χάρη στα αυτοκίνητα συγγενών και γνωστών (δικό μας δεν είχαμε) και αργότερα φίλων στην Γερμανία. (Αχ, εκείνη η βόλτα με την Porsche 356 Speedster του Bodo!). Δικό μου αγόρασα το 1965.

Για το σπορ – αλλά και για τη ζωή μου – μοιραία ήταν η συνάντησή μου, το 1964, με τον Αλέξανδρο Μανιατόπουλο. Από τότε, με ελάχιστα διαλείμματα, είμαστε φίλοι, συνεργάτες και (σε ορισμένες παλιότερες εποχές) συνεταίροι.

Ο Μανιατόπουλος είναι η ζωντανή ιστορία του αυτοκίνητου αθλήματος στην Ελλάδα. Έχει το παγκόσμιο ρεκόρ συμμετοχής σε αγώνα του διεθνούς πρωταθλήματος ράλι – 38 φορές στο «Ακρόπολις». Έχει κερδίσει πολλές φορές όλα τα ελληνικά πρωταθλήματα: ράλι, ταχύτητας και αναβάσεων. Και παρόλο που επισήμως έχει αποσυρθεί – δεν αντέχει και κάθε χρόνο ξανακατεβαίνει στο «Ακρόπολις». Κι ας είναι τώρα και ο οργανωτής του (πρόεδρος της ΕΘΕΑ – Εθνική Επιτροπή Αγώνων της ΕΛΠΑ).

Παρακολουθώντας την σαραντάχρονη πορεία του στο άθλημα (με τα ψευδώνυμα «Άλεξ», «Υψηλάντης» και «Λεωνίδας») γνώρισα από μέσα όλο το σκηνικό και το παρασκήνιο των αγώνων αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Τόσο που μερικές φορές ένιωθα σαν να αγωνίζομαι εγώ.

Έζησα το αυτοκίνητο από κάθε πλευρά: οδηγός, θεατής, υποστηρικτής, διαφημιστής, επιχειρηματίας, και σχολιαστής (11 χρόνια στους «4Τροχούς» και 2 στο «CAR»). Κυρίως χάρη στο σύνδεσμό μου με τον Α. Μ . η σχέση μου ήταν πιο ουσιαστική και πλήρης.

Πολλοί τον γνωρίζουν σαν επιτυχημένο επιχειρηματία – εγώ όμως περισσότερο σαν φίλο, αγωνιζόμενο και αγωνιστή. Πριν ένα χρόνο μου αφιέρωσε την παρακάτω φωτογραφία – κι εγώ τώρα του αφιερώνω αυτό το post.



Στο εξώφυλλο του βιβλίου η Jaguar XK120 του Γιάννη Παπαμιχαήλ που κέρδισε το πρώτο Ράλι Ακρόπολις, το 1953. Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία ο Α. Μ. με τον Τούρκο πρωταθλητή Αλή Σιπαχί στο Β. Βαλκανικό Ράλι (1966).

Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2006

Luna Park



Σήμερα δεν έχω κέφι να γράψω κείμενο ούτε να ανοίξω κανένα βαρύγδουπο θέμα. Σας καλώ όλους για μία βόλτα στον μαγικό κόσμο του Λούνα Παρκ.



Δεν ξέρω αν εξακολουθείτε να πηγαίνετε και μεγάλοι (ίσως συνοδεύοντας τα παιδιά σας).



Εγώ παιδιά δεν έχω (για δικαιολογία) όμως σύχναζα σε Λούνα Παρκ ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία. Η ατμόσφαιρα με γοητεύει.

Και τα παιχνίδια φυσικά. Ποτέ δεν τα σταμάτησα.

Γράψτε τις εμπειρίες σας. (Μόνο μη μου πείτε για τσίρκο - δεν ανέχομαι να βασανίζονται τα ζώα).





Οι φωτογραφίες έχουν βγει το 1984 σε δύο Λούνα Παρκ της εποχής που δεν υπάρχουν πια (τουλάχιστον σε αυτή την μορφή). Μαζί με πολλές άλλες αποτέλεσαν το υλικό μίας μεγάλες έκθεσης. Ίσως κάποτε τις εκδόσω σε βιβλίο.

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006

Περί ανθελλήνων, αντι-γερμανών, κλπ.

Γράφοντας για το καρναβάλι στο Μόναχο και για την ζωή στην Γερμανία, είχα μιλήσει θετικά για την καθημερινότητα των Γερμανών. («Είναι καλύτερη από τη δική μας... Απουσιάζουν η επιθετικότητα, η αγένεια, η υστερία, η γραφειοκρατία και η κακή οργάνωση - που κάνουν την ζωή μας σκέτη ταλαιπωρία...»).

Από τον Viennezo πήρα μία αρνητική απάντηση. Δεν συμμεριζόταν την άποψή μου ούτε για το καρναβάλι, ούτε για την ζωή στην Γερμανία. Και μου έγραφε: «Σε τέτοια ζητήματα είμαι με το μέρος του Heleno Saña, ενός Ισπανού που (λόγω γάμου με μια Γερμανίδα) ζει στη Γερμανία από το 1959 και ο οποίος έχει γράψει θαυμάσια βιβλία τα οποία κατά τα άλλα μου θυμίζουν έντονα τον δικό σας τρόπο σκέψης και γραφής».

Μου παρέθεσε αποσπάσματα από βιβλία του Saña τα οποία μου φάνηκαν ρατσιστικά, φανατικά και δογματικά. Το είπα και η απάντηση ήταν ότι κι εγώ έχω κάνει παρόμοια κριτική στους Έλληνες.

Το πράγμα χρειαζόταν ψάξιμο. Εντωμεταξύ ο Viennezos είχε την καλοσύνη να μου στείλει ένα εκτενές άρθρο του Saña. Βρήκα κι εγώ μερικά κείμενά του (τον αγνοούσα εντελώς). Και μπόρεσα να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα.

Νομίζω πως το πρώτο από αυτά είναι η αγάπη. Ο Saña τιτλοφορεί το άρθρο του: «Δεν μπορώ να αγαπήσω αυτή τη χώρα». Και μέσα στο άρθρο του προχωρεί ακόμα περισσότερο: «Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει αυτή τη χώρα». (Κανείς;).

Για μένα κριτική σε μια χώρα ή σε ένα λαό μπορεί να κάνει μόνο όποιος έχει διεισδύσει μέσα στην ψυχή, την νοοτροπία, την ζωή του – και για να το κάνεις αυτό πρέπει να τον πονέσεις – αν όχι να τον αγαπήσεις. Η κριτική που έκανα εγώ στα βιβλία μου ξεκινάει από την μέριμνα, την φροντίδα και την αγάπη. Το ίδιο με την κριτική που έκανε ο Heine στους Γερμανούς («Όταν σκέπτομαι την Γερμανία την νύχτα, χάνω τον ύπνο μου»).

«Η Δυστυχία του να είσαι Έλληνας» τελειώνει με την φράση: «Τίποτα πάνω από αυτή τη γη δεν αγάπησα». Και στην «Απολογία ενός Ανθέλληνα» γράφω: «Το αν αγαπάω την Ελλάδα δεν θα το πω εδώ, τώρα - το γράφω (και το απεικονίζω στις φωτογραφίες μου) εδώ και σαράντα χρόνια. (Και μάρτυς μου "Το Φως των Ελλήνων"). Αγάπη όμως για μένα δεν είναι η άκριτη δοξολόγηση, η προσήλωση σε μύθους και οράματα, η εθνοκαπηλία και πατριδοκαπηλία. "Όποιος αγαπάει παιδεύει" λέει σωστά ο λαός μας - και η σωστή αγάπη φαίνεται με το πόσο μας καίνε τα στραβά και τα ανάποδα του τόπου μας».

Γιατί η κριτική σε έναν ολόκληρο λαό είναι δύσκολη και ευαίσθητη υπόθεση. Κατ’ αρχήν κινδυνεύει να περιπέσει στο αδίκημα του ρατσισμού – αν επιτίθεσαι στην φυλή και όχι σε συμπεριφορές (λάθος που κάνει ο Ισπανός). Έπειτα γιατί όλες οι γενικεύσεις είναι επικίνδυνες και παραπλανητικές. Και τρίτον γιατί πρέπει να εστιάζει στα προβλήματα που οδηγούν στις συμπεριφορές (π. χ. εμένα μονίμως με απασχολούσε η ελληνική ταυτότητα) και όχι να καταδικάζει χωρίς να αναλύσει.

Ο Saña δεν επιχειρεί καν να καταλάβει την Γερμανία. Απλώς την απορρίπτει – ολοκληρωτικά. Στέκεται απόμακρα, νοσταλγεί την χώρα του (όπου όλοι είναι ωραίοι, ευφυείς και ευγενείς) και αποκαλεί την Γερμανία «επιτομή του μη-είναι» (Inbegriff des Nicht-Seins) και του θανάτου. Είναι κακόφημη, νεκρή, οι άνθρωποι είναι αγενείς και χωρίς τακτ, η κουλτούρα της είναι «χάρτινη» και δεν αγγίζει τον άνθρωπο... Με άλλα λόγια δεν βρίσκει τίποτα θετικό σε έναν ολόκληρο λαό, σε μία ιστορία αιώνων, σε ένα πολιτισμό που έδωσε τόσους μεγάλους στοχαστές, μουσικούς, ποιητές... Με ...μετριοφροσύνη λέει πως έγραψε γι αυτή την χώρα τρία «επικριτικά έως εξολοθρευτικά (vernichtend) βιβλία» και απορεί γιατί ενόχλησαν τους Γερμανούς.

(Σκεφθείτε να ερχόταν ένας Γερμανός στην Ελλάδα και να μας έβριζε πατόκορφα...).

Ελπίζω να έγινε κατανοητό και από τον φίλο Viennezo ότι δεν έχω καμία σχέση με τον κύριο Saña. Σίγουρα μερικά από αυτά που γράφει είναι σωστά (καμία χώρα δεν είναι παράδεισος). Αλλά χάνει το δίκιο του όταν γίνεται απόλυτος και δογματικός. Τελικά πάσχει από αυτό για το οποίο κατηγορεί τους Γερμανούς. Του λείπει εντελώς η ανθρωπιά, η κατανόηση και η αγάπη.

Δευτέρα, Μαρτίου 06, 2006

Ο Μαύρος Αετός



Υπάρχουν πολλοί τρόποι, να επικοινωνείς με τον Θεό. Ένας από αυτούς είναι ο χαρταετός.

Την ώρα που έχει σηκωθεί ψηλά – πολύ ψηλά, σημαδάκι στο άπειρο, έχεις την αίσθηση πως τα τραβήγματα και τα τεντώματα στο σκοινί που κρατάς, είναι σημάδια από το Επέκεινα.

Σαν να 'σουνα δεμένος με τον άλλο κόσμο, τον πέρα από εμάς. Με μια λεπτή κλωστή, αόρατη, που σε συνδέει με το άγνωστο. Που σου στέλνει, μηνύματα και θείες νύξεις.

Κι αυτή η λαχτάρα ν' ανέβεις πιο ψηλά! Κάποια στιγμή γίνεται ύβρις. Ξεπερνάς τα όριά σου, ο αετός δεν μπορεί πια να σηκώσει το βάρος της καλούμπας και πέφτει.

Χιλιάδες τα κουφάρια και οι σκελετοί - σε σύρματα, σε δέντρα, σε κεραίες τηλεοράσεως. Τεκμήρια προσπαθειών που σχεδόν ποτέ δεν έχουν αίσιο τέλος.

Πόσοι αετοί επιζούν για να γιορτάσουν άλλη μια Καθαρή Δευτέρα; Σίγουρα, πολλοί είναι θύματα της ατζαμοσύνης των νεότερων (που η παλιά τέχνη: ώρες να στρώσεις τα ζύγια!). Άλλά οι περισσότεροι είναι θύματα της φιλοδοξίας.

Πιο ψηλά – ακόμα πιο ψηλά !

Ανάγκη να βρεθούνε πιο κοντά στο Θεό, πιο μακριά από τον εαυτό τους, πιο ψηλά από τους άλλους;

Η μέθη του Διαστήματος, που παρασύρει και απογειώνει τον χειριστή μαζί με το χαρταετό;

Το τέλος είναι δεδομένο. Ίσως είναι και η πρώτη τραγική εμπειρία για κάθε παιδί. Ο μύθος του Ίκαρου παρασταίνεται χιλιάδες φορές κάθε Καθαρή Δευτέρα. Και το θύμα είναι η πρώτη αγάπη ενός παιδιού, που χάνεται επειδή αποτολμά το αδύνατο. Διδαχή τραγωδίας.

Όμως, εκτός από το τραγικό, υπάρχει και το δραματικό στοιχείο. Όχι μόνο αγώνας με τα ανθρώπινα όρια - αλλά και αγώνας με τους ανθρώπους. Ανταγωνισμός μέχρι θανάτου.

Παιδιά, στολίζαμε με ξυραφάκια τις ουρές των αετών. Για να κόβουμε τις καλούμπες (ή και τις ουρές) των άλλων. Και οι πιο επικίνδυνοι αετοί- επειδή ήταν ιδιαίτερα ευέλικτοι και γρήγοροι- ήταν τα "σμυρνάκια". Ιδεώδη για ξυράφια, αλλά δύσκολα στην κατασκευή και στο πέταγμα.

Τώρα έχουν εξαφανιστεί από τους ουρανούς. Είχαν σχήμα αντίστροφης σταγόνας. Ο σκελετός τους φτιαχνόταν από ένα καλάμι λυγισμένο, με ένα πηχάκι οριζόντιο για κόντρα. Ήταν όμορφα, κομψά, όχι σαν τις σημερινές ιπτάμενες τηγανίτες.

Θυμάμαι ένα σμυρνάκι μαύρο, κατάμαυρο. Στη μαύρη ουρά λάμπανε κι αστράφτανε οι λεπίδες. Δεν μάθαμε ποτέ ποιος το σήκωνε. Ξαφνικά εμφανιζότανε ανάμεσα στους αετούς της γειτονιάς και σκορπούσε όλεθρο. Όμορφο σαν άγγελος θανάτου, κομψό κι αγέρωχο, σειόταν, λυγιζόταν, πλησίαζε. Έκανε μετά την υπολογισμένη βουτιά του - κι άλλος ένας χαρταετός έπεφτε ακυβέρνητος στο κενό. Παιδιά κλαίγανε, μπαμπάδες ψάχνανε για τον ένοχο.

Όμως αυτός άλλαζε στέκι μέσα στα χαμηλά -μονόπατα και δίπατα- σπίτια και ποτέ δεν τον βρήκαμε.

Δεν πειράζει. Πήραμε άλλο ένα δίδαγμα: πόσο οδυνηρό, ανεξήγητο και περίεργα όμορφο είναι το Κακό.

Ενα κείμενο του 1983 και μία φωτό αετού από το Διαδίκτυο - δεν είναι σμυρνάκι αλλά δείχνει την ψυχή του. Καλά Κούλουμα!

Σάββατο, Μαρτίου 04, 2006

Memories mining: Carnival



Τελευταίο Σαββατοκύριακο της Απόκριας κι εμείς μιλάμε για κηδείες και αποτεφρώσεις!

Ας αλλάξουμε θέμα.

Ελπίζω πως οι νεότεροι της παρέας θα διασκεδάσουν αυτές τις μέρες. Κι εγώ θα ήθελα να το κάνω αλλά ...το μεν πνεύμα πρόθυμον, το δε μυοσκελετικό σύστημα και οι αρθρώσεις με έχουν ταράξει τελευταία. Κι άμα ακούς «εκφυλιστικά συμπτώματα» ξέρεις πως δεν υπάρχει φάρμακο και γιατρειά.

Έτσι λοιπόν το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να ασκήσω το δικαίωμα των παλαιών και να ανασύρω αναμνήσεις (memories mining, σε γλώσσα ψηφιακή).

Πάω πενήντα χρόνια πίσω, στο Μόναχο – και αντιγράφω (από τους "Δρόμους" μου):

Το Καρναβάλι του Μονάχου λέγεται Fasching και κρατάει πολύ περισσότερο από το δικό μας - αρχίζει από τις 6 Ιανουαρίου. Και ήταν (είναι;) ένα ξεφάντωμα χωρίς καμία αναστολή. Για ένα παιδί της ελληνικής μεταπολεμικής κοινωνίας ήταν κάτι ανάμεσα σε ρωμαϊκό όργιο και Βαλπούργεια νύχτα. Ολονύκτιοι χοροί, ολοκληρωτικές μεταμφιέσεις και σκηνικά, ολόψυχο μεθύσι, ολόγυμνες γυναίκες, ολότελα παραδομένες. Πλήρης δημοκρατική εξίσωση των πάντων: διανοούμενοι, βιομήχανοι, εργάτες και καθηγητές, με μάσκες ή χωρίς, ήταν ίσοι. Βέβαια υπήρχαν και τα in στέκια που τα έμαθα αργότερα, όπως το ατελιέ του Eickemaier. Αλλά και οι μεγάλοι δημόσιοι χοροί π. χ. στις αίθουσες και τα υπόγεια του Regina Hotel ήταν αρκετοί για να πάρεις μία γεύση. Τις τελευταίες ημέρες πριν την Τετάρτη των Τεφρών (Aschermittwoch) η πόλη κυριολεκτικά παραληρούσε ολόκληρη.

Το πρώτο Fasching άρκεσε για να μου καταστρέψει μερικά στερεότυπα («μόνον οι Έλληνες ξέρουν να γλεντάνε!») και να μου δείξει πως οι Βόρειοι μπορούν εύκολα να βγαίνουν από τον κλειστό εαυτό τους.


Ποτέ και πουθενά στην Ελλάδα δεν γνώρισα αυτό το γλέντι χωρίς όρια. Ακόμα και στα καλά καρναβάλια της Πάτρας, υπάρχει κάπου το σφίξιμο, ο πουριτανισμός και η νεοελληνική σοβαροφάνεια. Στο Μόναχο οι άνθρωποι μεταμορφώνονταν εντελώς, έκαναν πράγματα που δεν θα μπορούσαν ούτε να διανοηθούν στην κανονική τους ζωή και μετά επέστρεφαν σε αυτή. Ήταν δε απόλυτη η σύμβαση: την κυρία με την οποία είχες κάνει έρωτα σε μία γωνιά της σάλας, αν την έβλεπες την άλλη μέρα στο δρόμο, δεν την ήξερες ούτε σε γνώριζε.

Καλή Απόκρια και καλή διασκέδαση!

Φωτογραφίες που να τράβηξα εγώ, δεν υπάρχουν. Βρήκα μία από συγκέντρωση ξένων φοιτητών το 1955 (εγώ είμαι ο Φαρούκ με τα μαύρα γιαλιά και το φέσι - τότε ήταν της μόδας. Την διακόσμησα γιατί ήταν φτωχή. Και μία που, ντυμένος gaucho, χορεύω με την Inge.

Παρασκευή, Μαρτίου 03, 2006

Χειραφέτηση



Όταν με βάφτισαν, δεν με ρώτησαν. Έτσι έγινα Χριστιανός Ορθόδοξος.

Κι όταν νυμφεύτηκα – πρώτη και δεύτερη φορά – δεν είχα άλλη επιλογή. Έτσι οι γάμοι έγιναν στην εκκλησία, παρά την θέλησή μου.

Αργότερα καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος, έστω και μαϊμού.(Αναγκάστηκα να παραιτηθώ από τα «Επίκαιρα» διότι αρνήθηκαν να δημοσιεύσουν το προφητικό άρθρο μου εναντίον του «ισόκυρου». Και ήταν προφητικό γιατί με αυτή την ευρεσιτεχνία της εκκλησίας μας, που δεν ισχύει σε καμία χώρα της Ευρώπης, ο πολιτικός γάμος υπονομεύθηκε και τελείται μόνο από περιθωριακούς και αλλοδαπούς).

Πάντως επωφελήθηκα από την δυνατότητα της επιλογής – και ο τρίτος μου γάμος ήταν πολιτικός.

Με τα χρόνια άρχισα να αντιμετωπίζω το γεγονός που πλησίαζε: τον επικείμενο θάνατό μου.

Έτσι πριν από έξη μήνες έγραψα μία

Ανοιχτή επιστολή στον Πρωθυπουργό

(περί ελευθερίας επιλογών)

Κύριε πρόεδρε, ικανοποιήσατε (για πολλοστή φορά στην ιστορία του Ελληνικού Κράτους) ένα ακόμα αίτημα της Εκκλησίας. Μετατρέψατε, σε πείσμα της λογικής και των σκεπτόμενων Ελλήνων, τις σχολές της σε ΑΕΙ.

Μήπως τώρα θα έπρεπε, έτσι για λόγους ισορροπίας (και ισοπολιτείας), να ικανοποιήσετε κι ένα μακροχρόνιο αίτημα των άλλων Ελλήνων; Σπεύδω να προσθέσω: όχι των άθεων, ούτε των άπιστων – αλλά απλώς των πιο φιλελεύθερων.

Κύριε Πρόεδρε, η Ελλάδα είναι το μόνο Ευρωπαϊκό κράτος όπου δεν υπάρχει επιλογή για τα μετά θάνατον. Η καύση των νεκρών δεν απαγορεύεται ρητώς – αλλά και δεν επιτρέπεται. Όποιος θέλει αυτή την επιλογή πρέπει να υποβάλει την οικογένειά του στην ταλαιπωρία και την δαπάνη ενός μακάβριου ταξιδιού.

Δεν ενδιαφέρει το δογματικό ζήτημα – αν και κορυφαίοι ορθόδοξοι θεολόγοι γνωματεύουν ότι δεν υπάρχει ρητή απαγόρευση ούτε στην δική μας εκκλησιαστική παράδοση. Και φυσικά όλοι οι Ευρωπαίοι που αποτεφρώνονται, είναι και αυτοί Χριστιανοί.

Όμως το θέμα δεν έχει σχέση με τα εκκλησιαστικά δόγματα – αλλά με τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έχει σχέση και με την σύνθεση του πληθυσμού: ήδη ζουν στην Ελλάδα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι των οποίων η παράδοση επιτρέπει – αν όχι επιβάλλει – την καύση των νεκρών.

Κύριε Πρόεδρε, έφθασα σε ηλικία που οφείλω να κάνω και εγώ αυτή την επιλογή. Παρακαλώ να μου επιβεβαιώσετε ότι είμαι ελεύθερος πολίτης, σε μία ανοιχτή κοινωνία, σε ένα δημοκρατικό κράτος – και μου δίνεται η δυνατότητα να διαλέξω.


Το κείμενο αυτό ανέβηκε στην ιστοσελίδα μου, δημοσιεύθηκε στις 27.9.05 στην «Ελευθεροτυπία», όπου, λίγες μέρες μετά, το σχολίασε σε κύριο σχόλιο ο Γιώργος Βότσης. Ξεκίνησε ένας νέος διάλογος (το θέμα είχε τεθεί πολλές φορές παλιότερα) ο οποίος κατέληξε στον νέο νόμο που ψηφίστηκε προχθές από την Βουλή και που επιτρέπει την αποτέφρωση των νεκρών.

Ας ελπίσουμε (χρειάζεται να εκδοθεί και ένα συναφές πολιτικό διάταγμα) ότι γρήγορα θα γίνει πραγματικότητα.

Ας διευκρινίσω εδώ πως δεν είμαι (όπως γράφεται συχνά) εναντίον της Ορθοδοξίας, ή του Χριστιανισμού, ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας. (Παρόλο που έχω τις επιφυλάξεις μου για τον ρόλο και την επίδραση των θρησκειών στα ανθρώπινα πράγματα). Είμαι υπέρ της ελευθερίας των επιλογών. Θεωρώ ότι κανείς δεν πρέπει να κάνει κάτι, αν δεν το θελήσει ελεύθερα και το αποφασίσει από μόνος του.

Χειραφέτηση. Αυτό είναι το μήνυμα του Διαφωτισμού (επικατάρατου κατά τον Αρχιεπίσκοπο) που οδήγησε στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τις πάσης φύσεως κηδεμονίες και εξουσίες. Που μας χάρισε τον μόνο ισχύοντα ηθικό κώδικα της εποχής μας: τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Διακόσια πενήντα χρόνια μετά, αρχίζει να αναφαίνεται και στη χώρα μας.



Φωτογραφίες από τους Αγίους Τόπους. Κάτω οι προσκυνητές στην εκκλησία του Αγίου Τάφου.

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2006

Μια στιγμή χαράς



Το πάθος της φωτογραφίας το έχω από παιδί. Έχω τραβήξει χιλιάδες λήψεις, ντουλάπια ολόκληρα υπάρχουν εδώ γεμάτα με διαφάνειες ή αρνητικά. Μερικές πήραν βραβεία, άλλες πούλησαν προϊόντα, εμφανίστηκαν σε εκθέσεις, μπήκαν σε βιβλία και σε εξώφυλλα. Όμως η ωραιότερη φωτογραφία που έβγαλα ποτέ είναι ένα στιγμιότυπο χαράς, τόσο εκρηκτικής, τόσο μεταδοτικής, που μπορεί να πει κανείς: «αξίζει τον κόπο η ζωή για μία τέτοια στιγμή».

Εγώ είμαι πίσω από την μηχανή αλλά γελάω σίγουρα γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Στην εικόνα, σκασμένοι στα γέλια είναι με την σειρά η μικρή Αννούλα Θεμελή, η Ζοζέτα Θεμελή, ο Νίκος Σαξώνης, η Ελένη Δήμου-Φυλακτού, η Όλιγκα Σαξώνη, η Μιράντα Νικολοπούλου η Αλίκη Δαμασκηνού, ο Δημήτρης Θεμελής και ο Τέλης Δαμασκηνός. Είναι προφίλ, πιασμένοι από τους ώμους σαν να χορεύουν έναν άγνωστο χορό – και στην φιγούρα σηκώνουν όλοι το αριστερό τους πόδι. Θαυμάσια συγχρονισμένοι στην κίνηση αλλά ακόμα πιο πολύ στην έκφραση. Λες και αυτόματος μηχανισμός πυροδότησε την έκρηξη κεφιού στα πρόσωπά τους.

Είμαστε το Πάσχα του 1968, στην Κέρκυρα. Στον κήπο του παλιού προγονικού σπιτιού της Ζοζέτας Θεμελή, στην Ανάληψη. Τα τρία ζευγάρια και η Μιράντα (κάποτε γραμματεύς μου) ήταν τότε η μόνιμη παρέα μας. Με τους Θεμελή, κουμπάρους μας, είχαμε κάνει πολλά ταξίδια μέσα κι έξω από την Ελλάδα. Με τον Νίκο Σαξώνη ήμασταν φίλοι και συνεργάτες. Αυτός σταδιοδρόμησε γερά, έφτασε διευθυντής σε μεγάλη πολυεθνική – και κάποια στιγμή αυτο-προβιβάστηκε. Έγινε ξενοδόχος στο Πάπιγκο. Ίσως ο πιο ευτυχισμένος και επιτυχημένος. Ανεβαίνω καμιά φορά στο βουνό του, στα χίλια μέτρα, και μιλάμε. Τον Τέλη τον βλέπω καμιά φορά στο Ψυχικό. Από τα ζευγάρια της φωτογραφίας μόνον οι Θεμελή δεν είχαν χωρίσει. Τους χώρισε ο θάνατος του Δημήτρη. Το σπίτι της Ανάληψης πουλήθηκε. Τώρα έχει και πισίνα.

Το κείμενο αυτό είναι ένα κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία μου. Περιγράφει την φωτογραφία, αλλά δεν την δείχνει. Εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά.

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2006

Ανοίξτε! Η Άνοιξη!



Προσπαθώ να αλλάξω ατμόσφαιρα στο blog. Ο ήλιος με έπεισε και το φως με κερδίζει. Δεν μπορώ να πω πολλά, προτιμώ να μιλήσω με εικόνες. Είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης...



Περυσινές φωτογραφίες από τον κήπο στα Κιούρκα.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 28, 2006

Γράμμα στον πατέρα



Φωτογραφίζω τον πατέρα μου δέκα χρόνια πριν από τον θάνατό του

Θυμάμαι πότε αλλά όχι πώς τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία. Σε κάποιον περίπατο, ίσως γύρω από την Ακρόπολη. Εγώ σε διακοπές από το Πανεπιστήμιο στην Γερμανία.

Έχω αφιερώσει αρκετά κείμενα στην σχέση μου με τον πατέρα. Μία σχέση που ήταν καθοριστική για την ζωή μου, επειδή ποτέ δεν λειτούργησε. Η απουσία της με βαραίνει ακόμα.

Ποτέ δεν μπόρεσα να του μιλήσω στον ενικό.

Περισσότερο από όλα μου τα κείμενα, αυτή η εικόνα εκφράζει την σχέση μου. Εντελώς αυθόρμητα χαμήλωσα και τον φωτογράφισα με την «οπτική γωνία του σκουληκιού», όπως λένε στην φωτογραφική διάλεκτο.

Τότε νόμισα πως το έκανα για να δείξω όλη του την επιβλητικότητα – ίσως, ακόμα και να την σχολιάσω ειρωνικά. (Είχε, σε πολλά πράγματα, μέγεθος υπερφυσικό). Τώρα βλέπω αυτή τη φωτογραφία σαν ένα «Γράμμα στον Πατέρα», που δεν έλαβε ποτέ.

Γρηγόρης Ν. Δήμος, 1897-1966

Περί διαλόγου

Η συζήτηση για την ψυχή των αυτοκινήτων συνεχίζεται – όπως και όλες οι άλλες που έχουν ανοίξει σε αυτό το blog. (Να παρατηρήσω εδώ ότι πολλοί δεν πρόσεξαν την τελευταία παράγραφο του post, που διευκρίνιζε ότι ουσιαστικά αφορούσε στην ψυχή των ανθρώπων – εκείνων που φτιάχνουν τα αυτοκίνητα και εκείνων που τα οδηγούν...).

Αλλά εντωμεταξύ τέθηκε ένα ζήτημα για το διάλογο μέσα στο blog. Θέμα που θέλει διευκρίνηση, η οποία δεν χωράει σε ένα σχόλιο.

Θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα:

1. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα ημερολόγιο και όχι με φόρουμ. Το ημερολόγιο καταγράφει τις σκέψεις και τα βιώματα του συγγραφέα του. Εφόσον είναι ανοιχτό, δέχεται σχόλια και απόψεις αλλά αυτά (λόγω της φύσης του) είναι συμπληρωματικά και δορυφορικά προς το αρχικό post. Αν θέλουμε ανοιχτό διάλογο, όπου κάθε άποψη θα έχει ίση βαρύτητα, φτιάχνουμε ένα φόρουμ.

2. Παρόλα όσα αναφέρω παραπάνω, βλέποντας την μεγάλη συμμετοχή, προσπάθησα να δώσω όσο γίνεται περισσότερο χώρο στο διάλογο. (Μάλιστα κατηγορήθηκα και γι αυτό). Αν ξανακοιτάξτε τα περισσότερα post θα δείτε ότι συνήθως δεν έπαιρνα θέση, αφήνοντας το θέμα ανοιχτό (ψήφισμα ευρωκοινοβουλίου, σκίτσα Μωάμεθ, Vodafone, απεργίες). Ή διάλεγα θέματα εντελώς ελεύθερα (αγαπημένες πόλεις, ερημονήσι, φυγή στο χρόνο) όπου δεν υπήρχε «κρατούσα άποψη». Το γεγονός ότι τα σχόλια ήταν από 150 μέχρι 500 δείχνει ότι υπήρξε ανταπόκριση.

3. Στους διαλόγους των σχολίων, αντίθετα με ότι γράφτηκε, ούτε ειρωνεύτηκα ούτε απαξίωσα κανένα. Ίσα-ίσα που εγώ δέχθηκα ένα σωρό ειρωνείες, επιθέσεις και ύβρεις. Είναι γεγονός ότι σε μερικές τέτοιες περιπτώσεις έχασα την ψυχραιμία μου και αποχώρησα, ακριβώς για να μην εμπλακώ περισσότερο. Το ίδιο έκανα όταν η συζήτηση γινόταν εντελώς χαβαλές – ή και χυδαία.

4. Σε αντίθεση με αυτά, ελέχθη ότι «δεν κάνω διάλογο αλλά συνεχή μονόλογο» και ότι «προσβάλλω τους συνομιλητές με την συμπεριφορά μου». Μονόλογος όταν τα σχόλιά μου δεν είναι ούτε το 5% του συνόλου; Και τι είδους προσβολή ασκώ; Δεν το κατάλαβα.

5. Μία τελευταία γνώμη που διατυπώθηκε σήμερα τα χαράματα: «τα blog είναι για να διασκεδάζω». Λάθος κύριε, aagou aagou! Σίγουρα μπορεί κανείς ΚΑΙ να διασκεδάσει σε ένα blog, αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός της ύπαρξής του. Υπάρχουν άλλα site για χαβαλέ – όπου γίνεται και πιο σωστά...

Αυτά για τον διάλογο. Νομίζω ότι αυτό είναι το 60ο post μέσα σε δύο μήνες... ένα την ημέρα. Ποτέ δεν είχα τέτοια παραγωγή. (Είχα συχνά αρνηθεί να αναλάβω καθημερινή στήλη γιατί μου φαινόταν αδύνατο να γράφω ένα κείμενο κάθε μέρα. Και να που το έκανα, χωρίς καν να το προγραμματίσω).

Φαντάζομαι ότι μπορεί πάλι κάποιος, όπως ο monkeychilde όταν είχα γράψει το Blogger Blues, να πει ότι κείμενα σαν το σημερινό είναι περιττά: «κάνε σωστά το διάλογο και δεν χρειάζεται να τον αναλύεις».

Όμως, από καιρό σε καιρό, νιώθω την ανάγκη για εσωστρέφεια – το blog να επισκοπεί τον εαυτό του. Ιδιαίτερα όταν υποστεί μία κριτική και θέλει, κάνοντας αυτοέλεγχο, να δει αν και πόσο ευσταθούν τα όσα γράφτηκαν.

Και επί του διαλόγου, ο διάλογος είναι δεκτός. Ή ίσως καλύτερα να επιστρέψουμε στην «ψυχή» των αυτοκινήτων...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 26, 2006

Έχουν τα αυτοκίνητα ψυχή;



Το ερώτημα είναι ουσιαστικό - όχι μόνο από την θεολογική πλευρά, αλλά και για λόγους κύρους του υπογράφοντος. «Πώς μπορείς να γράφεις για μηχανήματα;» μου λένε φίλοι διανοούμενοι (προφέροντας την λέξη «μηχανήματα» σαν να ήταν πασαλειμμένη με κινίνο. Κι εγώ απαντάω, πολύ σοβαρά: «Μα τα αυτοκίνητα έχουν ψυχή!»

Η θεωρία μου είναι απλή. Το αυτοκίνητο είναι μία ανώτερη, ιδιαίτερα πολύπλοκη μορφή οργάνωσης της ύλης. Τόσο πολύπλοκη, που δεν αποτελείται πια από το σύνολο των τμημάτων της. Έχει κάτι παραπάνω. Αυτό το παραπάνω, το ονομάζω ψυχή.

Ακολουθώ, στην σκέψη μου αυτή, πολλούς σοφότερους από εμένα, οι οποίοι αποφάσιζαν τι έχει και τι δεν έχει ψυχή με βάση την πολυπλοκότητά του. Έτσι, οι απλές μορφές ζωής (ζώα, νέγροι, κλπ.) για πολλούς περιώνυμους θεολόγους δεν εδικαιούντο ψυχής.

Με τα ίδια κριτήρια κι εγώ συγκαταλέγω τα αυτοκίνητα στα έμψυχα όντα. Θα μου πείτε: ένα σωρό από παλιοσίδερα; Σύμφωνοι, όλα τα αυτοκίνητα θα γίνουν κάποτε σωροί από σκραπ - όπως κι εμείς σωροί από κόκαλα. Αυτό, όταν πεθάνουν. Αλλά όσο είναι ζωντανά, κινούνται και αντιδρούν - είναι έμψυχα, σύμφωνα με τους περισσότερους ορισμούς.

«Κι από που παίρνουν ψυχή;» ρωτάει κάποιος σκωπτικός. Μα από όπου την πήραμε κι εμείς - από τον δημιουργό τους. Κατ’ εικόνα και ομοίωσιν πλάθονται κι αυτά. Υπάρχουν αυτοκίνητα έξυπνα, κουτά, κομψά, σοβαροφανή, χαριτωμένα, ευέλικτα, δύστροπα - κάθε μοντέλο και μία προσωπικότητα.

Με τον καιρό, πέρα από την προσωπικότητα του δημιουργού και του κατασκευαστή ένα αμάξι καθρεφτίζει και την μορφή του οδηγού του. Όπως τα παντρεμένα ζευγάρια που όσο γερνάνε μοιάζουνε (και στο πρόσωπο) έτσι και τα αυτοκίνητα. Αλλιώτικο το Μίνι που οδηγεί ευαίσθητη δεσποινίς - κι άλλο του βαρύμαγκα. Ιδίως μετά από μερικά χρόνια.

Αν λοιπόν υπάρχει ψυχή (γενικώς - γιατί μερικοί την αρνούνται και σε μας) πρέπει να είναι μεταδοτική. Όπως την εμφύσησε ο Θεός στον άνθρωπο, έτσι κι αυτός την χαρίζει στα δημιουργήματά του. Δεν έχει ψυχή μία φούγκα του Μπαχ - την ψυχή του δημιουργού της;

«Μία μοτοσυκλέττα λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της λογικής - και η μελέτη της τέχνης να συντηρείς μηχανές, είναι, στην πραγματικότητα, μία σε σμίκρυνση μελέτη της τέχνης του ορθού λόγου». Αυτά διάβαζα το 1975 στο βιβλίο του Robert M. Pirzig: Zen and the Art of Motorcycle Maintenance (Το Ζεν και η τέχνη της συντήρησης Μοτοσυκλέττας).

Για τους μελετητές του Βουδισμού Ζεν δεν υπάρχει πρόβλημα. Ο Βούδας είναι παντού - και μέσα στον κινητήρα. Όταν το μοτέρ τραγουδάει, σωστά ρυθμισμένο, ο κόσμος λειτουργεί εύρυθμα, η αρμονία ισχύει. (Αρρωσταίνω όταν ακούω αρρύθμιστη μηχανή…)

Αυτά, εισαγωγικά, περί ψυχής. Όποιος ακόμα αμφιβάλλει, ας μείνει ήσυχος. Κι εγώ αμφιβάλλω. Ακόμα και για την δική μου ψυχή. Άσε δε για πόσων συνανθρώπων μου…

Όμως μία μελέτη της αυτοκίνητης ψυχής είναι πολλαπλά χρήσιμη. Θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τον εαυτό μας. Γιατί, βέβαια, για ανθρώπους μιλάω τόσην ώρα...


Απόσπασμα από το βιβλίο μου "Η Τέλεια Διαδρομή". Φωτό: αρχοντική Bentley

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2006

Φυγή στον χρόνο



Για ταξίδια - φυγή στον χώρο - έγραψα αρκετές φορές. Πως θα ήταν αν τώρα μιλούσαμε για φυγή στον χρόνο;

Ο H. G. Wells εφεύρε την μηχανή του χρόνου (time machine) που μπορούσε να σε μετακομίσει σε όποια εποχή της ιστορίας ήθελες.

Κι ας πούμε πως υπήρχε και λειτουργούσε αυτή η μηχανή του χρόνου. Πού θα ζητούσατε να πάτε;


Στο Μεσαίωνα με τους ιππότες και τους καβαλλάρηδες, τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο... στο δάσος του Sherwood, με τον Robin Hood τον γνωστό μας Ρομπέν των Δασών (αλήθεια γιατί τον προφέρουμε στα Γαλλικά;) και τους εύθυμους παράνομους;

Στην αρχαία Αθήνα να τριγυρνάτε στην αγορά και να ακούτε τον ξυπόλητο Σωκράτη να πολιορκεί τον πανέμορφο Αλκιβιάδη;

Στην αρχαία Ρώμη, στην μυθική έπαυλη του σοφού αυτοκράτορα Αδριανού, την Villa Adriana με τις λίμνες, τις αψίδες, τους θησαυρούς και τα αγάλματα από όλη την απέραντη αυτοκρατορία;

Στο μυθικό Περού με το χρυσάφι των Ίνκας και τις εναέριες πόλεις όπως το Μάτσου Πίτσου;

Ή στην Γαλλία της λαμπρότητας, του Βασιλιά Ήλιου, στα μεγάλα κάστρα του Λείγηρα, όπως το Chateau de Chambord με τα τετρακόσια τζάκια και τις τρελές καμινάδες;

Ή που αλλού; Και γιατί;

Οι φωτογραφίες: οι δύο πρώτες στη Βουδαπέστη - αναπαράσταση με ιππικά δρώμενα. Η Villa Adriana στη Ρώμη, πριν τις τελευταίες ανασκαφές και το Chambord στη μαγική στιγμή της δύσης, όταν τέλεια καθρεφτίζεται.

Ημερολόγιο μίας κατάργησης

ΩΡΑ 00.05: Ανοίγω τα comments στο "ερημονήσι" και διαβάζω τα πιο πρόσφατα. Μία συμπυκνωμένη ανοησία με χτυπάει στο στομάχι. Όχι, αυτά δεν είναι σχόλια σε ημερολόγιο, είναι το πιο φτηνιάρικό chat room που έχω συναντήσει. Λέω να σβήσω μερικά - αλλά δεν έχουν τέλος. Πρέπει να σβήσω πάνω από πενήντα.

Το χιούμορ το χαίρομαι. Τον καλό χαβαλέ επίσης. Αλλά την βλακεία, τα φτηνά υπονοούμενα, την χυδαιότητα χωρίς ποίηση ή χιούμορ, τις φασιστοειδείς επιδείξεις - όλα αυτά με αηδιάζουν.

Τα παίρνω στο κρανίο. Κατεβάζω όλο το post (το σώζω στα drafts) και γράφω αυτό που διάβασαν όσοι μπήκαν μετά: "H συμπεριφορά ωρισμένων είναι απαράδεκτη. Το Post κατεβαίνει και αν συνεχίσουν θα κατέβει όλο το blog".

ΩΡΑ 08.30: Άσχημος και ελάχιστος ύπνος. Τα comments στο Post περί κατάργησης δείχνουν το άλλο πρόσωπο του blog. Πολλοί διαφωνούν - μερικοί με οξύ τρόπο - αλλά έχουν επιχειρήματα. Γίνεται διάλογος μεταξύ τους και μαζί μου. Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης του blog. Αν ήθελα ένα βήμα για να γράφω τα δικά, μου το είχα ήδη στα "Επίκαιρα", στο site μου. Αυτό το blog έγινε για να δώσει φωνή και σε σας και την δυνατότητα διαλόγου.

Δυστυχώς σε ένα blog δεν είναι δυνατόν να μπλοκάρεις μεμονωμένους χρήστες. Μπορείς βέβαια να κάνεις moderation, πράγμα που προσθέτει και άλλη δουλειά (ήδη μου τρώει πολύ χρόνο) και την ρετσινιά της λογοκρισίας. Για να παραφράσω τον αείμνηστο φίλο Νίκο Πουλαντζά: "Ένα blog ή θα είναι ελεύθερο, ή δεν θα είναι blog".

Είναι τραγική η αμετροέπεια ορισμένων. Π. χ. ο διάσημος "σαλτάρω" μία φορά στις δέκα είναι απολαυστικός - τις υπόλοιπες παραληρηματικά ανόητος ή και χυδαίος. Τον έχω προειδοποιήσει - ακόμα και παρακαλέσει. Δεν καταλαβαίνει και αυτός και μερικοί άλλοι πως πριονίζουν το κλαδί επάνω στο οποίο κάθονται;

Γιατί πάνω από όλα το blog είναι μεράκι. Άμα πάψει να μου κάνει κέφι, όλα τα επιχειρήματα του κόσμου δεν θα μπορούν να με πείσουν.

Πρακτικά: ξαναβάζω το post για το ερημονήσι - μόνο και μόνο για να μπορούν όλοι να κρίνουν αν είχα δίκιο. (Διαβάστε τα σχόλια από το τέλος). Συνεχίζω, με πολύ λιγότερο κέφι. Ελπίζω να μην το χάσω κι αυτό.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2006

Όνειρα σε ερημονήσι...



Τσικνοπέμπτη σήμερα, ώρα για κάτι πιο ελαφρό... πιο παιχνιδιάρικο.

Ας παίξουμε το παιχνίδι του έρημου νησιού.

Ναυαγείτε λοιπόν στο (πάντα) ωραίο ερημονήσι (φανταστείτε ότι θέλετε: τα διάφανα νερά της Πολυνησίας, τους φοίνικες και τις μπανανιές, blue lagoon, atoll, Γκωγκέν, κλπ.).

Έρημο νησί. Ούτε καν Παρασκευάς. Τροφή άφθονη, ψάρια, εξωτικά φρούτα, αυγά και γάλα (και ο Ροβινσώνας είχε κατσίκα). Ρούχα άχρηστα. Σταθερή θερμοκρασία 26-28 βαθμούς, όλο το χρόνο.

Έχετε δύο δυνατότητες (εδώ είναι το παιχνίδι) να πάρετε μαζί σας έναν/μία σύντροφο και ένα βιβλίο. Όποιο σύντροφο θέλετε - από σταρ του σινεμά μέχρι τον Ουμπέρτο Εκο ή τον/την σύζυγό σας. Όποιο βιβλίο θέλετε. Και οι δύο όμως επιλογές σας, για πολλά χρόνια.

Ποιόν/ποιάν και ποιο θα διαλέγατε... και γιατί;

Απαντήστε ελεύθερα: μιά και είστε ανώνυμοι δεν κινδυνεύετε από υπάρχουσες καταστάσεις.

Εκτός από την φωτό που θυμίζει ερημονήσι (κι ας είναι Κερκυρα) έβαλα και τρεις αγαπημένες μου σταρ για ...έμπνευση.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 22, 2006

Νόμος, είναι το δίκιο του - ... ;



Άλλα είχα σκοπό να γράψω στο ημερολόγιό μου, αλλά με παρασύρει η επικαιρότητα γιατί θέτει ένα δύσκολο και δυσεπίλυτο πρόβλημα.

Μία τάξη ανθρώπων, μία ομάδα εργαζόμενων που διεκδικεί ορισμένα πράγματα, έχει δικαίωμα να παραλύει την ζωή μιας χώρας;

Το ζήσαμε με τους αγρότες που έκοψαν την Ελλάδα στα δύο, με τους μεταφορείς και τώρα με τους ναυτεργάτες.

Για το ΚΚΕ, που άλλωστε στηρίζει την σημερινή κινητοποίηση, η λύση, είναι απλή και εκφράζεται στο σλόγκαν: «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη!».

Ωστόσο αυτό το δίκιο μπορεί να αντιβαίνει στα δικαιώματα πολύ μεγαλύτερων ομάδων του πληθυσμού οι οποίες θα μπορούσαν να απαντήσουν λέγοντας: «νόμος είναι το δίκιο της πλειοψηφίας».

Ως ποιο σημείο φτάνει το «δίκιο του εργάτη»; Μπορεί να κρατάει σε ομηρία μία ολόκληρη κοινωνία; Μπορεί να εκβιάζει – επειδή είναι σε θέση να το κάνει; (Οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, δεν διαθέτουν δύναμη πίεσης.... κι ας έχουν μεγαλύτερη ανάγκη).

Και πού σταματάει το όριο των αιτημάτων – αν είναι παράλογα, υπερβολικά και καταχρηστικά – τι γίνεται; Ποιος κρίνει;

Θέτω ερωτήματα γιατί δεν έχω απάντηση. Συμπάσχω και με τον ναυτεργάτη αλλά και με τον παραγωγό κηπευτικών της Κρήτης και με τον νησιώτη που έμεινε χωρίς καύσιμα... Όμως με το να συμπάσχω με όλους δεν λύνω κανένα πρόβλημα – μάλλον το επιδεινώνω.

Με ενοχλεί και με προσβάλλει το μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης – αλλά δεν ξέρω αν θα έλεγα το ίδιο αν ήμουν κάτοικος αποκλεισμένου νησιού...

Κι είμαι σαν τον Νασρ-ελ-ντιν Χότζα που βρέθηκε, κατής, ανάμεσα σε δύο αντίδικους. Άκουσε τον πρώτο και του είπε: «Δίκιο έχεις». Άκουσε και τον δεύτερο και του είπε το ίδιο. Κι όταν κάποιος τρίτος παρατήρησε πως αυτό ήταν παράλογο, ο Χότζας του απάντησε: «Κι εσύ δίκιο έχεις»...


Η φωτογραφία από ένα παζάρι στα Τρίκαλα πριν πολλά χρόνια.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2006

Δύο Ελληνικές φωνές


Οι περισσότεροι από μας θα συμφωνούσαν πως οι μεγαλύτεροι Έλληνες λαϊκοί τραγουδιστές ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Κι εγώ το αποδέχομαι αυτό, αλλά πρέπει να ομολογήσω πως ο ένας από τους δύο με συγκλονίζει ενώ ο άλλος με απωθεί (έστω κι αν τον αναγνωρίζω ως μεγάλο ερμηνευτή).

Για μένα, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική τους αξία, οι δύο αυτοί τραγουδιστές εκφράζουν δύο αντίθετους πόλους του Ελληνικού χαρακτήρα.

Ο Καζαντζίδης αντιπροσωπεύει το αιώνιο Ελληνικό παράπονο. Που μερικές φορές γίνεται κλάψα και γκρίνια. Είναι ο αδικημένος (από το πεπρωμένο, από τους ισχυρούς, από την κοινωνία) που κλαίει την μοίρα του. Η στάση του είναι η κλασική του ριγμένου, του underdog – μία στάση σύμφυτη με την Ελληνική νοοτροπία που θέλει τους Έλληνες σε ιστορικό επίπεδο μόνιμα θύματα των μεγάλων και ισχυρών του πλανήτη και σε ατομικό επίπεδο των αφεντικών και της «κακούργας κοινωνίας».

Αντίθετα ο Μπιθικώτσης εκπέμπει δύναμη και αποφασιστικότητα. Ακόμα κι όταν τραγουδάει ένα παράπονο (π. χ. την «Άπονη Ζωή» του Ξαρχάκου) δεν βγάζει καθόλου κλάψα. Έχει μία δωρική λιτότητα που του επιτρέπει να τραγουδάει μεγάλη ποίηση χωρίς να τσακίζει από το βάρος των στίχων. (Φαντάζεστε τον Καζαντζίδη στο «Άξιον Εστί»;). Κι όταν θρηνεί (π. χ. στον «Επιτάφιο») είναι λεβέντης και όχι θύμα.

Θα έλεγα πως ο Μπιθικώτσης είναι Δωρικός και ο Καζαντζίδης Λυδικός – ανατολίτης. Πίσω από την φωνή του πέφτει η σκιά της μοίρας, του κισμέτ. Δεν είναι τυχαίο πως πολλές από τις επιτυχίες του κατάγονται από τις Ινδίες και την Ανατολή γενικότερα.

(Έτσι είναι και η Ελλάδα: προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή).

Τεχνητά διλήμματα θα μου πείτε. Αλλά με τα διλήμματα προχώρησε η σκέψη του ανθρώπου. Όλη η ιστορία της φιλοσοφίας στηρίζεται σε συγκρούσεις κατασκευασμένων θέσεων. Κανείς δεν υπήρξε απόλυτα ιδεαλιστής ή ρεαλιστής – όμως με αυτόν τον άξονα διατυπώθηκαν ολόκληρα συστήματα.

Προσωπικά, τον Στελλάρα τον παραδέχομαι, αλλά δεν τον αντέχω για πολύ... Ενώ, όταν ανοίγει την φωνή του ο Γρηγόρης, απογειώνομαι.

Φωτογραφία: Έτσι φαντάζομαι την φωνή του Γρηγόρη. Μία λήψη 40 ετών από την παλιά Rolleiflex

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20, 2006

Ευρώπη χωρίς Εβραίους;



Κυκλοφορεί στο Internet ένα μάλλον ψευδεπίγραφο κείμενο που αποδίδεται σε κάποιον Ισπανό ονόματι Ροντρίγκεθ. Όλες οι απόπειρες να τον ταυτοποιήσουν απέτυχαν – άρα μάλλον είναι ψευδώνυμο.

Το κείμενο είναι ρατσιστικό: εναντίον των Μουσουλμάνων. Για να τους ταπεινώσει περισσότερο εξυμνεί υπερβολικά τους Εβραίους. Με αυτή την έννοια είναι απαράδεκτο. Όμως περιέχει μερικές σκέψεις που με προβλημάτισαν. Παραθέτω ένα απόσπασμα σε δική μου μετάφραση.

Η Ζωή της Ευρώπης πέθανε στο Άουσβιτς.

Sebastian Vilar Rodriguez

Περπατάω στους δρόμους της Βαρκελώνης και ξαφνικά συνειδητοποιώ μία φοβερή αλήθεια. Η Ευρώπη πέθανε στο Άουσβιτς.

Σκοτώσαμε έξη εκατομμύρια Εβραίους και τους αντικαταστήσαμε με είκοσι εκατομμύρια Μουσουλμάνους. Στο Άουσβιτς κάψαμε έναν πολιτισμό, διανόηση, δημιουργικότητα, ταλέντο. [ ]
Η συνεισφορά αυτών των ανθρώπων είναι αισθητή σε όλους τους τομείς της ζωής: επιστήμη, τέχνη, διεθνές εμπόριο και πάνω από όλα – τη συνείδηση του κόσμου. Αυτούς κάψαμε.

Και κάτω από το πρόσχημα της ανεκτικότητας και επειδή θέλαμε να αποδείξουμε στους εαυτούς μας ότι θεραπευτήκαμε από την ασθένεια του ρατσισμού, ανοίξαμε τις πόρτες μας σε είκοσι εκατομμύρια Μουσουλμάνους που μας έφεραν αμορφωσιά, θρησκευτικό φανατισμό και έλλειψη ανεκτικότητας...


Παρακάτω το κείμενο γίνεται ακόμα πιο αντιμουσουλμανικό και δεν έχει ενδιαφέρον. Αλλά η βασική του σκέψη ότι η Ευρώπη πέθανε στο Άουσβιτς, είναι συγκλονιστική. Πιστεύω ότι ΜΙΑ συγκεκριμένη Ευρώπη – ας πούμε από το 1840 μέχρι το 1940 –πραγματικά χάθηκε στο Άουσβιτς.

Μου είναι αδύνατο να φανταστώ την ιστορία της Ευρώπης χωρίς τους Εβραίους. Χωρίς τον Μαρξ, τον Φρόιντ, τον Αϊνστάιν, τον Κάφκα, τον Βιτγκενστάϊν, τον Μπένγιαμιν, τον Πόππερ, τον Κανέτι, τον Σένμπεργκ, τον Κουρτ Βάιλ – τον Κύκλο της Βιέννης, το Bauhaus, ή την Σχολή της Φραγκφούρτης. Σκεφθείτε ότι ενώ οι Εβραίοι είναι το 0,3% του πληθυσμού της γης (περίπου όσοι κι εμείς), έχουν πάρει το 21% των βραβείων Νόμπελ. (157 ως το 2005). Βρίσκονταν πίσω από τα μεγαλύτερα κινήματα του 20ου αιώνα. Πόσοι π. χ. γνωρίζουν ότι οι διανοούμενοι και καλλιτέχνες που πλαισίωναν την Σοβιετική Επανάσταση στα πρώτα δημιουργικά της χρόνια (από τον Άιζενστάιν μέχρι τον Μαγιακόφσκυ) ήταν Εβραίοι;

Η Ευρώπη έχασε τους Εβραίους της. Και δεν είναι μόνο αυτοί που πέθαναν στο Ολοκαύτωμα – αλλά και αυτοί που έφυγαν πριν και μετά. Με τους μεγάλους διωγμούς και τα πογκρόμ στην Ανατολική Ευρώπη από το 1881 ως το 1924. Και φυσικά με τις διώξεις των ναζί. Πήγαν κυρίως στις ΗΠΑ, ή στο Ισραήλ. Έτσι, ενώ στην αρχή του αιώνα πάνω από το 60% των Εβραίων ζούσαν στη Ευρώπη, σήμερα είναι λιγότεροι από το 10%. Οι περισσότεροι βρίσκονται στις ΗΠΑ (7 εκ). Και στο Ισραήλ (4 εκ).

Μερικοί (κρυφοί ή φανεροί) αντισημίτες θα πουν: τόσο το καλύτερο. (Δυστυχώς, όσοι σκέπτονται Εβραίους, κολλάνε στο Ισραήλ. Μα εγώ μιλάω για τους άλλους Εβραίους, τους δικούς μας). Και λεω πως η Ευρώπη χωρίς τους Εβραίους είναι φτωχότερη. Και χωρίς να κάνω τον φτηνό και ρατσιστικό συμψηφισμό του κυρίου Ροντρίγκεθ (αν ονομάζεται έτσι) δεν μπορώ να μην πενθήσω την απουσία τους.


H φωτογραφία από το εβραικό μουσείο του Βερολίνου - έργο εξόριστου Εβραίου του Daniel Libeskind με ρίζες από την Πολωνία.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2006

Αγωνίζεται μόνος.


Ανάμεσα στους γάτους που ζούνε στον κήπο, στα Κιούρκα, ο πιο συμπαθής και ο πιο αντιπαθής ήταν ο Τσιρίδας. Το αντιπαθής το καταλαβαίνετε από το όνομά του. Ζητούσε το φαγητό του με διαπεραστικές και επαναλαμβανόμενες κραυγές. Το συμπαθής προκύπτει γιατί ήταν ο πιο χαδιάρης και ο πιο φιλικός. Πρώτος από την γενιά του εξημερώθηκε και ήρθε να τριφτεί στα πόδια μας.

Εδώ και τρεις ημέρες ο Τσιρίδας αγωνίζεται να επιζήσει. Πρέπει να έφαγε κάποιο δόλωμα με ποντικοφάρμακο. Όταν τον βρήκα προχθές είχε βάψει κόκκινη όλη την μάντρα από την εσωτερική αιμορραγία.

Από τότε παίζει ένα περίεργο κρυφτό με εμένα και με τον θάνατο. Σέρνεται (δεν στέκεται στα πόδια του) μέχρι το σπίτι. Τον βλέπω και ετοιμάζω το καλάθι να τον πάω στον γιατρό (είτε να τον θεραπεύσει, είτε να τον κοιμίσει). Ετοιμάζω γάλα και νερό. Μόλις βγω έχει εξαφανιστεί.

Τρεις μέρες τώρα τον βρίσκω και τον χάνω αμέσως. Εν τω μεταξύ αφήνει πίσω του λίμνες ξεραμένο αίμα. Σήμερα όταν έφτασα στο σπίτι ήταν χυμένος στον εξωτερικό διάδρομο και βογκούσε. Έτρεξα να πάρω τουλάχιστον νερό και γάλα (ο κτηνίατρος σήμερα απουσιάζει). Βγήκα σε δύο λεπτά – ήταν άφαντος.

Το ότι ζει ακόμα μου δίνει ελπίδες. Αλλά είναι σαν να το έχει βάλει στοίχημα να παλέψει μόνος του. Εν τω μεταξύ έχω τόσο ταυτιστεί μαζί του, που ακύρωσα τα πάντα για να του συμπαρίσταμαι, τουλάχιστον νοητικά. Δεν έχω και κέφι να κάνω οτιδήποτε όταν τον νιώθω να χαροπαλεύει.

Κουράγιο Τσιρίδα!


Στην φωτογραφία (την έχω ξαναβάλει παλιότερα) είναι ο δεύτερος από αριστερά, στο κέντρο, με τα διάφανα μάτια.

Blogger Blues



Κάποτε τα ημερολόγια ήταν εντελώς προσωπικά και απόρρητα. Τα έκρυβαν ρομαντικές δεσποινίδες κάτω από το μαξιλάρι τους, ή τα κρατούσαν ανώτεροι υπάλληλοι, τριπλοκλειδωμένα σε χρηματοκιβώτια.

Βέβαια τα ημερολόγια των συγγραφέων ήταν άλλο πράγμα. Μπορεί να έμοιαζαν προσωπικά, αλλά σίγουρα στο βάθος του μυαλού τους υπήρχε η προοπτική κάποιας δημοσίευσης. Ο συγγραφέας, όταν γράφει, έχει πάντα στο νου του αναγνώστες.

Και πραγματικά πολλά από αυτά τα «προσωπικά και απόρρητα» ημερολόγια δημοσιεύθηκαν κάποτε. Άλλοτε με τον συγγραφέα εν ζωή (όπως του Gide) άλλοτε μετά τον θάνατό του (Thomas Mann). Πότε με την θέλησή του (Pepys) πότε χωρίς (Kafka).

Αλλά σε κάθε περίπτωση, όσο γράφονταν, ήταν προσωπικά και απόρρητα. Δεν έβγαιναν οι συγγραφείς τους, κάθε μέρα, να διαβάσουν το νέο απόσπασμα στο κοινό...

Να όμως που ήρθαν τα δικτυακά ημερολόγια και δημιούργησαν το αντιφατικό και το παράδοξο: Το πιο κρυφό είδος, να γίνεται δημόσιο. Έτσι αλλοιώθηκε ο χαρακτήρας του. Αντί να περιέχει μόνο σκέψεις, αισθήματα, βιώματα του γράφοντος – έγινε και λίγο εφημερίδα, λίγο περιοδικό (ποικίλης ύλης), λίγο show.

Στα τριάντα εκατομμύρια blogs που κυκλοφορούν σήμερα στο Διαδίκτυο – ούτε δύο δεν είναι ίδια. Καλό και κακό. Είπαμε το Internet δεν είναι μαζικό μέσο. Είναι και αμφίδρομο. Καλύτερη απόδειξη από τα blogs δεν υπάρχει.

Ο κίνδυνος έρχεται όταν το blog έχει επιτυχία. Διότι εκεί παραμονεύει η AGB. Αρχίζεις και μετράς τους επισκέπτες, τα σχόλια, και μόλις πέσουν σε πιάνει άγχος – λες και είσαι ο Χατζηνικολάου με τις ειδήσεις. Γιατί έπεσαν τα νούμερα; Τι να κάνω να ξανανέβουν;

Χάθηκες αν σε καβαλήσει αυτός ο δαίμονας.

Όχι μόνο πάει περίπατο η έννοια του ημερολογίου, το εξομολογητικό, το προσωπικό, το ανθρώπινο – αλλά ψευτίζει όλη η προσπάθεια. Δεν γράφεις για σένα – γράφεις για το κοινό, την γαλαρία. Κυρίως γράφεις για τα νούμερα. Ανοίγεις το πρωί τον υπολογιστή με τη σκέψη: «τι πιάσαμε σήμερα;».

Αρνούμαι να υποταχθώ σε αυτή τη λογική. Γι αυτό και σήμερα έγραψα ένα κείμενο καθόλου «πιασάδικο», που δεν θα φέρει νούμερα. Έτσι έκανα ως τώρα και έτσι θα συνεχίσω. Εγώ θα γράφω τα δικά μου, κι όποιος θέλει ας με διαβάζει. Καμιά φορά οι δέκα είναι σημαντικότεροι από τους χίλιους.

Έχω ζήσει μερικές φορές στην ζωή μου το «γκραν σουξέ», που λεει κι ο Σαββόπουλος. Σας πληροφορώ ότι είναι κούφιο. Πρόκειται συνήθως για παρεξήγηση. Και συχνά αφήνει μία άσκημη γεύση.