Σάββατο, Μαρτίου 18, 2006

«Παρά δήμον ονείρων...»



Όσο περνάνε τα χρόνια και ζω λιγότερο, ονειρεύομαι περισσότερο.

Προχθές έτρεχα. Έτρεχα γρήγορος, ανάλαφρος, σαν ζαρκάδι, χωρίς να σταματώ, χωρίς να λαχανιάζω. Ο κόσμος έφευγε στο πλάι μου – όπως τα τοπία στο παράθυρο του τραίνου. Κι εγώ έτρεχα και διέσχιζα κάμπους και δάση ακατάπαυστα.

Από παιδί έχω να τρέξω. Ήταν τόσο εξωπραγματικό, σαν να πέταγα.

Δε ονειρεύομαι γνωστούς ή συγγενείς. Υπάρχουν καμιά φορά σαν αυτονόητο φόντο. Αλλά σκηνοθετώ καταστάσεις. Με πολλή προσοχή και λεπτομέρεια. Τα όνειρά μου είναι έγχρωμα, σινεμασκόπ, παναβίζιον, υψηλής ευκρίνειας. Τεχνολογικά άψογα.

Δεν αναπαριστώ γνωστά μέρη – δημιουργώ καινούργια. Πριν λίγες μέρες ένα ονειρικό σπίτι με μεγάλες βεράντες πάνω στην θάλασσα. Το κύμα έσκαγε στα υποστυλώματα. Τόσο σαφές στις αρχιτεκτονικές του λεπτομέρειες που θα μπορούσα να το σχεδιάσω και να το οικοδομήσω.

Και τα ταξίδια! Σε χώρες ανύπαρκτες... που τις συνθέτω από υπαρκτές.

Όπως οι πίνακες του Magritte, του Dali και του Max Ernst το φανταστικό στα όνειρά μου έχει τον ρεαλισμό του πραγματικού. Η λεπτομέρεια είναι απίθανα σαφής και ευκρινής. Τα μακρινά αντικείμενα είναι τόσο καθαρά όσο τα κοντινά. Προοπτική δεν υπάρχει.

Κάθε νύχτα ζω μιάν άλλη ζωή. Συχνά πιο πειστική από την καθημερινότητα. Για την οποία ισχύει αυτό που είχε γράψει ο Αριστοτέλης: ότι είναι συνεχής και συνεπής. Το πρωί ξαναβρίσκω τα ρούχα μου εκεί που τα άφησα το βράδυ. Αλλιώς αν το κριτήριο του πραγματικού ήταν η ζωντάνια, η ενάργεια, τα όνειρα θα κέρδιζαν κάθε στοίχημα.

Τότε ισχύει η περίφημη περιγραφή του Τσουάνγκ Τζου (Κίνα, 4ος αιώνας π. Χ.). Μεταφράζω: «Μία φορά και έναν καιρό, εγώ, ο Τσουάνγκ Τζου, ονειρεύτηκα πως ήμουν πεταλούδα, πετώντας εδώ κι εκεί, νιώθοντας εντελώς πεταλούδα. Είχα συνείδηση πεταλούδας και είχα εντελώς ξεχάσει την ανθρώπινη φύση μου. Ξαφνικά ξύπνησα και ήμουν πάλι εγώ. Τώρα όμως δεν ξέρω αν τότε ήμουν άνθρωπος που ονειρευόταν ότι είναι πεταλούδα, ή αν είμαι τώρα πεταλούδα που ονειρεύεται πως είναι άνθρωπος».

Τα όνειρά μας είναι μία δεύτερη ζωή. Ίσως και πολλές παράλληλες ζωές. Μόνο που φεύγουν τόσο γρήγορα και μένουμε πάντα πίσω.



Πίνακες του René Magritte (1898-1967)

Πέμπτη, Μαρτίου 16, 2006

Κική Δημουλά

Γνώρισα την Κική Δημουλά στα τέλη της δεκαετίας του 70. Δειλά μου χάρισε την συλλογή της «Το λίγο του κόσμου». Την διάβασα και έμεινα έκθαμβος. Λίγο καιρό μετά, σε μία ραδιοφωνική συζήτηση, είπα μία φράση: «είναι η μεγαλύτερη ελληνίδα ποιήτρια μετά την Σαπφώ». Τότε προκάλεσε κύμα ενόχλησης, ιδιαίτερα ανάμεσα στις ομότεχνές της. Τώρα την βρίσκω στο πρόλογο της Αγγλικής μετάφρασης των ποιημάτων της από τον David Connoly, σαν περίληψη της σημασίας της.

Το 1989 έκανα μία ραδιοφωνική παρουσίαση της ποιητικής της, που, με προσθήκες, εκδόθηκε σε βιβλίο το 1991. Ήταν η πρώτη μελέτη για το έργο της. Μπορείτε να την βρείτε ΕΔΩ.

Με την Κική με δένει μία βαθιά φιλία. Όταν έφυγε ο Άθως, ο πολυαγαπημένος της, έκανα ότι μπορούσα για να την βγάλω από το σκοτάδι. Μέχρι και μία τρελή εκδρομή πήγαμε μαζί στην Πελοπόννησο. Η Κική ήταν ο μόνος άνθρωπος που με πίεζε να τρέχω περισσότερο με το αυτοκίνητο. Όταν κυκλοφόρησε το «Χαίρε Ποτέ» μου αφιέρωσε το αντίτυπο με τον αριθμό 3.

Βάζω εδώ δύο ανέκδοτες φωτογραφίες της και ένα ποίημα από το «Λίγο του κόσμου». Δεν είναι από τα διάσημα – όπως ο ‘Πληθυντικός Αριθμός’ και η ‘Φωτογραφία 1948’. Όμως είναι ένα από τα αγαπημένα μου.

Άφησα να μην ξέρω

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.


Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2006

«Ανεπαίσχυντα τα τέλη».



Το θέμα της ευθανασίας το έχω αντιμετωπίσει αρκετές φορές στη ζωή μου – και τις περισσότερες έχω προχωρήσει στην εφαρμογή της.

Όχι, δεν έχω θανατώσει ανθρώπους, αλλά αγαπημένα ζώα συντροφιάς. Όπως θα ξέρετε, στα κτηνιατρεία είναι μία συνηθισμένη πρακτική. Οι ζωόφιλοι Άγγλοι λένε «to put an animal out of its misery».

Όμως, επειδή με τα ζώα έχω μία σχέση αγάπης και σεβασμού, κάθε φορά σκέπτομαι πόσο πιο αξιοπρεπές είναι ένα τέτοιο τέλος και πόσο θα ήθελα να με κοίμιζαν κι εμένα έτσι, μέσα σε μία αγαπημένη αγκαλιά, αντί να βασανίζομαι και να πονάω, χωρίς προοπτική.

Πραγματικά, η ευθανασία είναι θέμα αξιοπρέπειας. Και η αξιοπρέπεια είναι το πρώτο από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το άρθρο 1 της «Διακήρυξης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου»: «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα».

Η αξιοπρέπεια μπροστά στον θάνατο είναι και αυτή βασικό ανθρώπινο δικαίωμα. Που σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν στο όνομα της ιατρικής δεοντολογίας («ο γιατρός χορηγεί μόνο ζωή») ή του θρησκευτικού δόγματος («ου φονεύσεις») να αφήσουμε τον πάσχοντα να φτάσει στα όρια του πόνου, του εξευτελισμού και της εξαθλίωσης.

Το δικαίωμα του αξιοπρεπούς θανάτου (dignified death) ήδη έχει γίνει νόμος στις βαθύτατα θρησκευόμενες ΗΠΑ, στην πολιτεία του Oregon (Death with Dignity Act) εδώ και επτά χρόνια. Το ίδιο άλλωστε δικαίωμα προστατεύεται νομοθετικά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Ολλανδία, Δανία, Ελβετία και άλλες). Και οι δημοσκοπήσεις τελευταία δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών έχει μεταστραφεί, ακόμα και στις ΗΠΑ, και υποστηρίζει δυναμικά το δικαίωμα του αξιοπρεπούς θανάτου. Τέλη Μαρτίου του 2005, σε μία σφυγμομέτρηση του TIME magazine το 52% συμφωνούσε με τον νόμο του Oregon, έναντι 41% που διαφωνούσε.

Συχνά μου τίθεται το ερώτημα: θα κάνατε εσείς ευθανασία σε ένα δικό σας πρόσωπο; Άτομο που υπεραγαπάτε έχει βαρύ εγκεφαλικό και οι γιατροί δεν δίνουν ελπίδες, εσείς όμως δεν μπορείτε να φανταστείτε την ζωή σας χωρίς το άτομο αυτό. Τι κάνετε, τι σκέφτεστε, και κυρίως τι αισθάνεστε;

Φυσικά το δίλημμα είναι βαρύ – και θα έλεγα λογικά αξεδιάλυτο. Ωστόσο αν βασιζόμουν στην προσωπική μου ανάγκη (δεν μπορώ να φανταστώ την ζωή μου χωρίς αυτόν τον άνθρωπο) τελικά θα αποφάσιζα εγωιστικά. Θα προσπαθούσα λοιπόν να σκεφθώ τι θα ήθελε ο ίδιος ο ασθενής. Θα σκεπτόμουν το δικό του δικαίωμα στην αξιοπρέπεια. Ειδικά αν αγαπώ πολύ ένα άτομο, θα ήθελα να το προστατεύσω από μία περιττή ταλαιπωρία και έναν αναίτιο εξευτελισμό.

Το καλύτερο παράδειγμα που θα είχα να δώσω γι αυτό το πρόβλημα είναι μία ταινία κινηματογράφου. Με τίτλο: Whose life is it anyway? γυρίστηκε το 1981 από τον σκηνοθέτη John Badham με πρωταγωνιστή τον Richard Dreyfuss. Βασίζεται σε ένα εξαίρετο θεατρικό έργο του Brian Clark. Νομίζω πως η ταινία αυτή θα μπορούσε να μας ξεκαθαρίσει καλύτερα την προβληματική από τρεις και τέσσερις εισηγήσεις.

Στο έργο ο πρωταγωνιστής, ένας ταλαντούχος και ευφυέστατος γλύπτης που έχει μείνει τετραπληγικός μετά από ένα ατύχημα, αγωνίζεται για το δικαίωμα του θνήσκειν. Δεν χρειάζεται να γίνει κάτι γι αυτό, απλά να σταματήσουν την αιμοδιάλυση (έχει χάσει και τα νεφρά του στο ατύχημα) και να τον αφήσουν να πεθάνει.

Το ισχυρό σημείο του έργου είναι ότι ο πρωταγωνιστής στην προσπάθειά του, με το θάρρος, την ανθρωπιά και την ευαισθησία του, γίνεται τόσο αγαπητός σε όλους τους γύρω του – φυσικά και τους θεατές – που παρακαλάς να μην τα καταφέρει. Όμως η ανάγκη της αξιοπρέπειας υπερισχύει.

Ανάλογα διλήμματα υπήρχαν και σε δύο πρόσφατες βραβευμένες με Όσκαρ ταινίες: το Million Dollar Baby (Clint Eastwood – Hillary Swank) και «Η Θάλασσα μέσα μας» (The sea inside - Alejandro Amenabar, Javier Bardem). Πράγμα που σημαίνει πως το πρόβλημα απασχολεί συνεχώς και επίμονα και τους δημιουργούς.

Όμως, η σύντροφός μου, που είναι γιατρός, έχει μία τελείως διαφορετική οπτική. Γι αυτήν, όπως και για τους περισσότερους συναδέλφους της, η ζωή είναι ιερή και πρέπει να διατηρείται όσο περισσότερο γίνεται. Η ιερότητα αυτή δεν πηγάζει από κάποια θρησκευτική ή άλλη πεποίθηση – όσο από το λειτούργημα που ασκεί, και τον όρκο του Ιπποκράτη που κάποτε ορκίστηκε.

Διαφωνώ μαζί της. Πιστεύω ότι, με γνώμονα το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και με κριτήρια επιστημονικά ως προς την κρισιμότητα και την μη αναστρεψιμότητα της κατάστασης, οι γιατροί, σαν υπεύθυνοι λειτουργοί της ζωής, θα πρέπει να λάβουν τις αποφάσεις. Επαναλαμβάνω και τονίζω την φράση ‘υπεύθυνοι λειτουργοί της ζωής’. Ο γιατρός όταν αποφασίζει τον θάνατο το κάνει όχι ως υπηρέτης του θανάτου – αλλά της ζωής. Υπερασπιζόμενος την αξιοπρέπειά της ως το τέλος. Ακόμα και ο ψαλμός της εκκλησίας (που τόσο αντιμάχεται την ευθανασία) παίρνει εδώ ένα άλλο νόημα: «ανεπαίσχυντα και ειρηνικά τα τέλη».

Θα κλείσω με μία φράση του Friedrich Nietzsche από το «Λυκόφως των Ειδώλων»: «Ηθική για τους γιατρούς: Ο άρρωστος είναι ένα παράσιτο της κοινωνίας. Όταν φτάσει σε μία ορισμένη κατάσταση είναι ανήθικο να ζει ακόμα. Το να συνεχίζεις σαν φυτό σε δειλή εξάρτηση από γιατρούς και τεχνάσματα, όταν το νόημα της ζωής – το δικαίωμα της ζωής – έχει πια χαθεί, θα έπρεπε να προκαλεί την βαθιά περιφρόνηση της κοινωνίας. Να πεθάνεις περήφανα όταν δεν είναι πια δυνατό να ζήσεις υπερήφανα. Ένα θάνατο που θα επιλέξεις ελεύθερα, ένα θάνατο στην σωστή στιγμή, με διαύγεια και χαρά, που πραγματοποιείται ανάμεσα σε παιδιά και σε μάρτυρες – έτσι που ο αποχαιρετισμός να είναι δυνατός όσο εκείνος που φεύγει είναι ακόμα παρών. Ουσιαστικά μία πραγματική αξιολόγηση του τι θέλησες και τι πέτυχες, ένα άθροισμα της ζωής».



Φωτογραφίες: επάνω άλλη μία άποψη από το αγαπημένο μου κοιμητήρι του Αγιου Γεωργίου στην Ερμούπολη. Μέση και κάτω: Αργολίδα, στην Αγία Τριάδα, σούρουπο.

Δευτέρα, Μαρτίου 13, 2006

Η άλλη μου ζωή



Το κεφάλαιο διαφήμιση καλύπτει 20 χρόνια από την ζωή μου - από το 1963 ως το 1983. Τα 18 από αυτά είχα δική μου διαφημιστική εταιρία – την ξεκίνησα το 1965 με δανεικά χρήματα. Τα προηγούμενα δύο χρόνια υπήρξα συνεργάτης άλλων διαφημιστικών γραφείων.

Η εταιρία πήγε καλά. Αλλά, όταν μετά από μερικά χρόνια, στα οποία με είχε απορροφήσει το στήσιμο της δουλειάς, θέλησα να συνεχίσω την συγγραφική μου σταδιοδρομία – αυτή την επιτυχία την βρήκα μπροστά μου. «Το βιβλίο του γνωστού διαφημιστή...» ήταν ο ηπιότερος τόνος υποδοχής. Όταν μάλιστα, το 1975, με την «Δυστυχία του να είσαι Έλληνας» είχα το πρώτο μου μπεστ-σέλερ, έχασα κάθε ελπίδα να αναγνωριστώ ως πνευματικός άνθρωπος.

Δεν ένιωθα πολύ άνετα στο πετσί του διαφημιστή. Γι αυτό είχα δημιουργήσει ένα alter ego, τον Νικόδημο Ευφημιστή, που σχολίαζε από μέσα τα πράγματα. Μερικά κείμενά του θα βρείτε στις Επιστολές και τις Σάτιρες.

Για την διαφημιστική μου ζωή έχω γράψει πολλά στους «Δρόμους». Μερικά αποσπάσματα:

Όταν σκέπτομαι την διαφημιστική περίοδο της ζωής μου έχω ανάμικτα συναισθήματα. Από την μία πλευρά μου έδωσε την οικονομική ανεξαρτησία και μου επέτρεψε, αν όχι να κάνω τα πράγματα που θέλω, τουλάχιστον να μην κάνω τα πράγματα που δεν θέλω. Η ίδια η διαφήμιση σαν δημιουργικό παιχνίδι με γοήτευε. Επί πλέον ήταν και μία σκληρή άσκηση ύφους. Το να συμπυκνώσεις ένα μήνυμα σε δευτερόλεπτα, να επικοινωνήσεις και να πείσεις είναι μία πρόκληση για κάθε δημιουργό.

Όπως έλεγα στους υποψήφιους πελάτες, ήμουν πιο περήφανος για τις διαφημίσεις από τις οποίες δεν κέρδισα χρήματα – και ακόμα περισσότερο γι αυτές που τις πλήρωσα ο ίδιος. Εννοούσα τις «κοινωφελείς» διαφημίσεις της Δέλτα-Δέλτα – που δημιούργησαν παράδοση.


(Η πιο γνωστή είναι το σήμα «Δεν Ξεχνώ» για την Κύπρο). Όταν, το 1975 γιορτάσαμε την δεκαετία μας, βγάλαμε ένα βιβλίο 250 σελίδων («Διαφήμιση και Άνθρωπος») με κείμενα γνωστών πνευματικών ανθρώπων για την διαφήμιση – όχι αναγκαστικά υπέρ. Το μοιράσαμε δωρεάν. Λίγα χρόνια αργότερα φτιάξαμε την «Βιβλιοθήκη Δέλτα-Δέλτα» με βιβλία γύρω από την διαφήμιση. Έτσι πρωτογνώρισε η ελληνική αγορά κλασικά κείμενα όπως του Ogilvy και του Hopkins.

Για αρκετά χρόνια η ΔΔ ήταν κάτι σαν εκπρόσωπος της Ελληνικής Διαφήμισης. Παρενέβαινε εκεί που η ΕΔΕΕ δεν μπορούσε ή δεν τολμούσε. Όταν, το 1978, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αποκαλέσει την διαφήμιση «μίασμα», την άλλη μέρα η ΔΔ του απάντησε με μεγάλες καταχωρήσεις: «Αν δεν υπήρχε το “μίασμα”…». Δύο χρόνια πριν είχε κάνει την καταχώρηση: «Αγαπητό κράτος, δεν επικοινωνείς!» επισημαίνοντας τα λάθη στην επικοινωνία κράτους-πολίτη. Θα μπορούσε θαυμάσια να ξαναδημοσιευθεί σήμερα. Τα Χριστούγεννα έβγαζε ειδικές καταχωρήσεις (ένας τίτλος: «Αυτά τα Χριστούγεννα δεν θα έρθουν για όλους») όπου προέτρεπε σε πράξεις αγάπης. Έκανε εκστρατείες για την σωτηρία της Ακρόπολης από την ρύπανση και εναντίον της (μη εξαγοράσιμης) φυλάκισης των οδηγών.



Οι πρωτοχρονιάτικες κάρτες της ΔΔ ήταν άλλη μία μορφή παρέμβασης: το 73 αφορούσε το Πολυτεχνείο, το 74 την ειρήνη. Το 78 τολμήσαμε να ευχηθούμε «λιγότερη διαφημιστική ενόχληση…». Φτιάξαμε αυτοκόλλητες πινακίδες για την οδό Ευτυχίας. Η πρώτη εκστρατεία διαφήμισης της διαφήμισης, το 1969 έγινε επίσης από την ΔΔ που την πρόσφερε στην ΕΔΕΕ. Οι τέσσερις καταχωρίσεις είχαν τίτλους «Η διαφήμιση είναι μία οικονομική ανάγκη …μία επιστήμη …μία τέχνη …μία κοινωνική προσφορά». Ακόμα και πλάκα κάναμε: την Πρωταπριλιά του 1972 αναγγείλαμε με καταχώριση την άφιξη ενός ειδικού στην κατάστρωση ωροσκοπίων για επιχειρήσεις (καθηγητή Eberhart Grunzillpar – πήραμε αρκετά τηλεφωνήματα από εταιρίες…)

Όλες αυτές οι δραστηριότητες δεν μας κόστιζαν μόνο χρόνο και νου – αλλά και χρήματα. Τις πληρώναμε από την τσέπη μας. Σε άλλες περιπτώσεις είχαμε πρωτοβουλίες κοινωφελείς, που τις υποστήριξαν πελάτες μας: Με τον καφέ Μπράβο ξαναβαφτίσαμε τον παραδοσιακό μας καφέ (« …εμείς τον λέμε Ελληνικό»). Με τον Γιώργο Λιβανό (πελάτη μας στα «Ιπτάμενα Δελφίνια») διαφημίσαμε την HELMEPA για καθαρές θάλασσες και με το βιοδιασπώμενο ROL κάναμε την πρώτη διαφήμιση οικολογικού προϊόντος.

Το 1971, επέτειο των 150 χρόνων της Επανάστασης του 21, πείσαμε την Esso-Pappas να χρηματοδοτήσει ένα δίσκο με αποσπάσματα από τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Τα συνδετικά κείμενα έγραψε και διάβασε ο Ηλίας Βενέζης. Ο Μάνος Κατράκης ήταν ένας συγκλονιστικός Μακρυγιάννης, πάνω από την αντρίκια μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη. Μέσα στην Δικτατορία ο δίσκος έγινε ανάρπαστος.

Ποιοι ήταν οι πελάτες της ΔΔ; Στις αρχές της δεκαετίας του 80 ανάμεσά τους ήταν μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας (Τιτάν, Αλουμίνιο της Ελλάδος, Πετσετάκις) η πρώτη τράπεζα, ή Εθνική («η μεγάλη μας φίλη») και ακόμα: Interamerican, Prisunic-Μαρινόπουλος, Πίτσος, Bravo, Renault, BMW, Siemens, Loewenbrau, Blaupunkt, John Deere, Juvena, Ούζο 12, Fast, Minerva, Rilken, Klorane – και βέβαια πάντα η σειρά ROL, AVA, Forte, V82, Roli.

Μερικά σλόγκαν της εταιρίας κυκλοφορούν ακόμα σαν παροιμίες. Π. χ.: «Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε!».

Τελειώσαμε!

Κυριακή, Μαρτίου 12, 2006

Οριζόντιες σκέψεις



Την τελευταία εβδομάδα με ταλαιπωρούσε πολύ η μέση μου. Παρόλα αυτά μπορούσα (με κόπο και πόνο) να κινούμαι και να κάνω τις δουλειές μου. Σήμερα το πρωί ξύπνησα χωρίς πόνο. Ένιωσα μεγάλη ανακούφιση και σκέφθηκα διάφορους τρόπους να αξιοποιήσω την ημέρα.

Η χαρά μου κράτησε πολύ λίγο. Με το που σηκώθηκα, μάγκωσα – και αυτό ήταν. Τελικά είμαι χειρότερα. Στην παραμικρή κίνηση πονάω και αναγκαστικά πρέπει να μείνω στο κρεβάτι. Βέβαια η ιατρός και γυναίκα μου φρόντισε να μου δώσει όλα τα φάρμακα που θα με βοηθούσαν: αντιφλεγμονώδη, παυσίπονα, ακόμα και έμπλαστρο μου έβαλε. Προς το παρόν δεν είχαν αποτέλεσμα. Μόνη παρηγοριά το μικροσκοπικό μου sub-notebook που, με 1.400 γραμμάρια, δεν βαραίνει την κοιλιά μου και μου επιτρέπει να γράφω και να επικοινωνώ διαδικτυακά.

Οριζόντιος λοιπόν. Και ο νους πηγαίνει πίσω στις διάφορες αρρώστιες που με έριξαν στο κρεβάτι. Μερικές σοβαρές και άλλες σχεδόν ...ευχάριστες. Όπως τα κρυολογήματα και οι μικρό-ενοχλήσεις της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Κοπάνα από το σχολείο, και πίεση στους γονείς να μου φέρνουν βιβλία και περιοδικά που καταβρόχθιζα. Μέχρι που έκανα και την κλασική μίνι-απάτη: τρίψιμο του θερμομέτρου. (Με τα ψηφιακά νομίζω πως δεν πιάνει – τώρα, που καταργούν τον υδράργυρο, οι πιτσιρικάδες και οι φυλακισμένοι θα έχουν πρόβλημα).

Αρρώστιες: μικρός αρρώσταινα συχνά (ή με αρρώσταιναν – η μητέρα μου μετέφερε την υποχονδρία της και σε μένα). Ποτέ βαριά όμως και έτσι μόνο τα βιβλία που διάβασα θυμάμαι. Ακόμα τα έχω – και ξέρω: αυτό το διάβασα μετά την επέμβαση των αμυγδαλών, εκείνο με πυρετό στις διακοπές, το άλλο το διέκοπτα συνεχώς (γαστρεντερίτιδα...).

Οριζόντιος. Γύρω μου, στο κρεβάτι, έχουν πάρει θέση όλες οι γάτες του σπιτιού, έτσι που η κάθε μία να ακουμπάει λίγο επάνω μου (χωρίς όμως να αγγίζουν η μία την άλλη). Με άλλα λόγια με έχουν χτίσει γύρω-γύρω και δεν ξέρω πως θα μπορέσω να σηκωθώ όταν χρειαστεί. Κάποια θα ξεβολέψω – όχι όπως ο προφήτης Μωάμεθ που, προκειμένου να ενοχλήσει την γάτα του, η οποία είχε αποκοιμηθεί επάνω στο φαρδύ καφτάνι του, πήρε ένα ψαλίδι και το έκοψε. (Ο μόνος λόγος που συμπαθώ τον Μωάμεθ).

Κρίμα – σήμερα είχα και μία πρόσκληση για μεσημβρινό γεύμα σε καλούς φίλους. Μία ευκαιρία να δω λίγο κόσμο. Δεν πειράζει. Θα γράφω στο blog και σε email, θα δω το Γκραν Πρι το μεσημέρι – κι όσο για βιβλία υπάρχει μία τόσο μεγάλη στοίβα με αδιάβαστα, που θα έπρεπε να κρατήσει η μέση μου πολλούς μήνες...

Ελπίζω πως όχι. Για μία μέρα καλό είναι το κρεβάτι, αλλά μετά ...αρρωσταίνεις.



Eπάνω είναι το Γκνάκι ανάμεσα στα πόδια μου (φωτογραφημένο τώρα με το κινητό). Στη μέση το Σατανάκι χωμένο μέσα στα ρούχα (μαγική εικών). Και κάτω το Τάκι με την φουντωτή ουρά.

Παρασκευή, Μαρτίου 10, 2006

Η επανάσταση του 20ου αιώνα



Όταν ήμουν παιδί διαβάζαμε στα ψιλά των εφημερίδων για «μεγάλο λιμό στην Αφρική» ή για «καταστρεπτικό σεισμό στην Περσία» κουνάγαμε το κεφάλι και σηκώναμε τους ώμους. Το πολύ μία αστραπή λύπης για τα θύματα και μετά η καθημερινότητα.

Κανείς δεν σκέφθηκε ποτέ να κάνει κάτι για αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε τότε ούτε και παλιότερα.

Νομίζω πως το κορυφαίο επίτευγμα του 20ου αιώνα – και ορόσημο για την ηθική εξέλιξη της ανθρωπότητας (ίσως πιο σημαντικό κι από τον Χριστιανισμό) είναι η δημιουργία και η δράση των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.

Ο Σωκράτης ζούσε σε έναν κόσμο γεμάτο δούλους – πουθενά δε φάνηκε αυτό να τον ενοχλεί. Ο Βούδας μίλησε για την συμπόνια και ο Χριστός για την αγάπη, οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχισαν να είναι εξίσου απάνθρωποι όπως και πριν. Μάλιστα οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, αντί να φέρουν ανθρωπιά, σκότωσαν, βασάνισαν και κατέστρεψαν ακόμα περισσότερο. Ο Χριστιανισμός συμβίωσε με την δουλεία για δυο χιλιετίες.


Όμως, στο δεύτερο μισό του 20 αιώνα, δημιουργήθηκαν πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις που προσφέρουν επείγουσα ιατρική φροντίδα, τρόφιμα, αρωγή και περίθαλψη, που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων, συμπαρίστανται στους πολιτικούς κρατούμενους, κι αντιμάχονται την καταστροφή του περιβάλλοντος. Βρίσκονται στα πιο απρόσιτα σημεία της γης, βοηθάνε με κίνδυνο της ζωής των μελών τους, σπεύδουν με απίθανη ταχύτητα - πριν ακόμα ο υπόλοιπος κόσμος μάθει για το κακό, αυτοί είναι ήδη εκεί.

Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις της εποχής μας εφαρμόζουν στην πράξη πολλές ηθικές αρχές που, ως τότε, έθαλλαν μόνο στα βιβλία. Το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν» δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν μπορείς να του απαλύνεις τον πόνο.

Μια βασική διαφορά από παλιότερες φιλανθρωπικές ή ιεραποστολικές πρωτοβουλίες είναι πως η βοήθεια δεν χορηγείται ούτε σαν ελεημοσύνη, ούτε σαν τρόπος προσηλυτισμού. Τα κίνητρα που την ωθούν δεν εδράζονται τόσο στο συναίσθημα – όχι πως δεν παίζει ρόλο και αυτό – όσο στον ορθό λόγο. Είναι απόρροια της θεωρίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που βασίζεται στον ανθρωπισμό του Διαφωτισμού.
Σήμερα παρουσιάζεται (18:00, Fnac, The Mall) το βιβλίο του Οδυσσέα Βουδούρη «Μακριά και Δίπλα μας». Είναι ένα οδοιπορικό σε 20 χώρες (αρχίζει με Σαλβαδόρ το 1989 και τελειώνει με Αφγανιστάν το 2004) του χειρουργού και προέδρου των Ελλήνων «Γιατρών Χωρίς Σύνορα». Περιέχει φωτογραφίες (μερικές αβάσταχτα σκληρές) και ημερολογιακές σημειώσεις. Είναι αξιόλογο γιατί έχει δομηθεί με αυστηρά ντοκουμενταρίστικο τρόπο. Απλό, λιτό και άμεσο, δείχνει το τεράστιο μέγεθος των προβλημάτων και τις προσπάθειες για λύση.

Όποιος θέλει να είναι άνθρωπος, θα έπρεπε, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, να ρίχνει μία ματιά σε αυτό το βιβλίο. Ο ύπνος του δεν θα είναι μακάριος – αλλά ίσως κάποια στιγμή αποφασίσει να κάνει και αυτός κάτι.


Περισσότερα για το θέμα στο δοκίμιό μου "Το Νέο Διεθνές Ήθος" ΕΔΩ

Πέμπτη, Μαρτίου 09, 2006

Μία ζωή αγώνες

Κυκλοφορεί (και παρουσιάζεται σήμερα στον Τύπο) το βιβλίο του Γιώργου Λιβέρη «Η Ιστορία των Αγώνων Αυτοκινήτου στην Ελλάδα». Ο πρώτος τόμος, με 505 σελίδες μεγάλου σχήματος, φτάνει ως το 1973.

Για όποιον έχει έστω και ελάχιστα ενδιαφερθεί για το σπορ του αυτοκινήτου, είναι ένα βιβλίο ανεκτίμητης αξίας. Περιέχει έναν τεράστιο πλούτο πληροφοριών, φωτογραφιών, εξομολογήσεων, βιογραφικών στοιχείων και πινάκων. Ο Γιώργος Λιβέρης, από τους πρώτους συντάκτες αυτοκινήτου στην Ελλάδα, έχει κάνει μία υποδειγματική δουλειά. Ζωντάνεψε μία εποχή.

Μία εποχή όπου οι αγώνες αυτοκινήτου ήταν απίθανα αγνοί και πρωτόγονοι. Ήταν το μεράκι και το χόμπι μίας μικρής μειονότητας φανατικών που ξόδευε χρόνο και χρήματα για να κάνει το κέφι της. Τηλεόραση τότε δεν υπήρχε, δημοσιότητα ανύπαρκτη, χορηγοί άγνωστοι – ακόμα και τα ειδικά περιοδικά μόλις άρχιζαν να αναδύονται.

Το πόσο περιθωριακοί ήταν τότε οι οδηγοί αγώνων, καταδεικνύεται από ένα συγκλονιστικό στοιχείο: σχεδόν κανένας δεν τολμούσε να «εκτεθεί» με το πραγματικό του όνομα. Όλοι έτρεχαν με ψευδώνυμα. Το βιβλίο κλείνει με ένα κατάλογο 500 ψευδωνύμων – που ίσως ήταν περισσότερα από τους αγωνιζόμενους. (Μερικοί είχαν δύο και τρία). Ήταν η εποχή που καθιέρωσε τον Ιαβέρη, τον Σιρόκο, τον Αστερίξ, τον ΕΙΠΩΡΧ, τον Μέλα και τον Μαύρο.

Μόνο στην αρχή, πριν το 1960, όταν το αυτοκίνητο ήταν ακόμα gentleman’s sport, οι κύριοι της υψηλής κοινωνίας έτρεχαν με το όνομά τους: Αντώνης Σταθάτος, Νίκος Παπαμιχαήλ, Τζώνης Πεζμαζόγλου. Μετά, όταν έγιναν «οι τρελοί που τρέχουν στα ράλι», κρύφτηκαν πίσω από ψευδώνυμα. Ύστερα από το 80 άρχισε να φθίνει αυτή η συνήθεια – σημάδι πως το σπορ έγινε κοινωνικά αποδεκτό.

Το ψώνιο του αυτοκινήτου το είχα από παιδί. Μπόρεσα να ζήσω τις ηρωικές του εποχές χάρη στα αυτοκίνητα συγγενών και γνωστών (δικό μας δεν είχαμε) και αργότερα φίλων στην Γερμανία. (Αχ, εκείνη η βόλτα με την Porsche 356 Speedster του Bodo!). Δικό μου αγόρασα το 1965.

Για το σπορ – αλλά και για τη ζωή μου – μοιραία ήταν η συνάντησή μου, το 1964, με τον Αλέξανδρο Μανιατόπουλο. Από τότε, με ελάχιστα διαλείμματα, είμαστε φίλοι, συνεργάτες και (σε ορισμένες παλιότερες εποχές) συνεταίροι.

Ο Μανιατόπουλος είναι η ζωντανή ιστορία του αυτοκίνητου αθλήματος στην Ελλάδα. Έχει το παγκόσμιο ρεκόρ συμμετοχής σε αγώνα του διεθνούς πρωταθλήματος ράλι – 38 φορές στο «Ακρόπολις». Έχει κερδίσει πολλές φορές όλα τα ελληνικά πρωταθλήματα: ράλι, ταχύτητας και αναβάσεων. Και παρόλο που επισήμως έχει αποσυρθεί – δεν αντέχει και κάθε χρόνο ξανακατεβαίνει στο «Ακρόπολις». Κι ας είναι τώρα και ο οργανωτής του (πρόεδρος της ΕΘΕΑ – Εθνική Επιτροπή Αγώνων της ΕΛΠΑ).

Παρακολουθώντας την σαραντάχρονη πορεία του στο άθλημα (με τα ψευδώνυμα «Άλεξ», «Υψηλάντης» και «Λεωνίδας») γνώρισα από μέσα όλο το σκηνικό και το παρασκήνιο των αγώνων αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Τόσο που μερικές φορές ένιωθα σαν να αγωνίζομαι εγώ.

Έζησα το αυτοκίνητο από κάθε πλευρά: οδηγός, θεατής, υποστηρικτής, διαφημιστής, επιχειρηματίας, και σχολιαστής (11 χρόνια στους «4Τροχούς» και 2 στο «CAR»). Κυρίως χάρη στο σύνδεσμό μου με τον Α. Μ . η σχέση μου ήταν πιο ουσιαστική και πλήρης.

Πολλοί τον γνωρίζουν σαν επιτυχημένο επιχειρηματία – εγώ όμως περισσότερο σαν φίλο, αγωνιζόμενο και αγωνιστή. Πριν ένα χρόνο μου αφιέρωσε την παρακάτω φωτογραφία – κι εγώ τώρα του αφιερώνω αυτό το post.



Στο εξώφυλλο του βιβλίου η Jaguar XK120 του Γιάννη Παπαμιχαήλ που κέρδισε το πρώτο Ράλι Ακρόπολις, το 1953. Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία ο Α. Μ. με τον Τούρκο πρωταθλητή Αλή Σιπαχί στο Β. Βαλκανικό Ράλι (1966).

Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2006

Luna Park



Σήμερα δεν έχω κέφι να γράψω κείμενο ούτε να ανοίξω κανένα βαρύγδουπο θέμα. Σας καλώ όλους για μία βόλτα στον μαγικό κόσμο του Λούνα Παρκ.



Δεν ξέρω αν εξακολουθείτε να πηγαίνετε και μεγάλοι (ίσως συνοδεύοντας τα παιδιά σας).



Εγώ παιδιά δεν έχω (για δικαιολογία) όμως σύχναζα σε Λούνα Παρκ ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία. Η ατμόσφαιρα με γοητεύει.

Και τα παιχνίδια φυσικά. Ποτέ δεν τα σταμάτησα.

Γράψτε τις εμπειρίες σας. (Μόνο μη μου πείτε για τσίρκο - δεν ανέχομαι να βασανίζονται τα ζώα).





Οι φωτογραφίες έχουν βγει το 1984 σε δύο Λούνα Παρκ της εποχής που δεν υπάρχουν πια (τουλάχιστον σε αυτή την μορφή). Μαζί με πολλές άλλες αποτέλεσαν το υλικό μίας μεγάλες έκθεσης. Ίσως κάποτε τις εκδόσω σε βιβλίο.

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006

Περί ανθελλήνων, αντι-γερμανών, κλπ.

Γράφοντας για το καρναβάλι στο Μόναχο και για την ζωή στην Γερμανία, είχα μιλήσει θετικά για την καθημερινότητα των Γερμανών. («Είναι καλύτερη από τη δική μας... Απουσιάζουν η επιθετικότητα, η αγένεια, η υστερία, η γραφειοκρατία και η κακή οργάνωση - που κάνουν την ζωή μας σκέτη ταλαιπωρία...»).

Από τον Viennezo πήρα μία αρνητική απάντηση. Δεν συμμεριζόταν την άποψή μου ούτε για το καρναβάλι, ούτε για την ζωή στην Γερμανία. Και μου έγραφε: «Σε τέτοια ζητήματα είμαι με το μέρος του Heleno Saña, ενός Ισπανού που (λόγω γάμου με μια Γερμανίδα) ζει στη Γερμανία από το 1959 και ο οποίος έχει γράψει θαυμάσια βιβλία τα οποία κατά τα άλλα μου θυμίζουν έντονα τον δικό σας τρόπο σκέψης και γραφής».

Μου παρέθεσε αποσπάσματα από βιβλία του Saña τα οποία μου φάνηκαν ρατσιστικά, φανατικά και δογματικά. Το είπα και η απάντηση ήταν ότι κι εγώ έχω κάνει παρόμοια κριτική στους Έλληνες.

Το πράγμα χρειαζόταν ψάξιμο. Εντωμεταξύ ο Viennezos είχε την καλοσύνη να μου στείλει ένα εκτενές άρθρο του Saña. Βρήκα κι εγώ μερικά κείμενά του (τον αγνοούσα εντελώς). Και μπόρεσα να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα.

Νομίζω πως το πρώτο από αυτά είναι η αγάπη. Ο Saña τιτλοφορεί το άρθρο του: «Δεν μπορώ να αγαπήσω αυτή τη χώρα». Και μέσα στο άρθρο του προχωρεί ακόμα περισσότερο: «Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει αυτή τη χώρα». (Κανείς;).

Για μένα κριτική σε μια χώρα ή σε ένα λαό μπορεί να κάνει μόνο όποιος έχει διεισδύσει μέσα στην ψυχή, την νοοτροπία, την ζωή του – και για να το κάνεις αυτό πρέπει να τον πονέσεις – αν όχι να τον αγαπήσεις. Η κριτική που έκανα εγώ στα βιβλία μου ξεκινάει από την μέριμνα, την φροντίδα και την αγάπη. Το ίδιο με την κριτική που έκανε ο Heine στους Γερμανούς («Όταν σκέπτομαι την Γερμανία την νύχτα, χάνω τον ύπνο μου»).

«Η Δυστυχία του να είσαι Έλληνας» τελειώνει με την φράση: «Τίποτα πάνω από αυτή τη γη δεν αγάπησα». Και στην «Απολογία ενός Ανθέλληνα» γράφω: «Το αν αγαπάω την Ελλάδα δεν θα το πω εδώ, τώρα - το γράφω (και το απεικονίζω στις φωτογραφίες μου) εδώ και σαράντα χρόνια. (Και μάρτυς μου "Το Φως των Ελλήνων"). Αγάπη όμως για μένα δεν είναι η άκριτη δοξολόγηση, η προσήλωση σε μύθους και οράματα, η εθνοκαπηλία και πατριδοκαπηλία. "Όποιος αγαπάει παιδεύει" λέει σωστά ο λαός μας - και η σωστή αγάπη φαίνεται με το πόσο μας καίνε τα στραβά και τα ανάποδα του τόπου μας».

Γιατί η κριτική σε έναν ολόκληρο λαό είναι δύσκολη και ευαίσθητη υπόθεση. Κατ’ αρχήν κινδυνεύει να περιπέσει στο αδίκημα του ρατσισμού – αν επιτίθεσαι στην φυλή και όχι σε συμπεριφορές (λάθος που κάνει ο Ισπανός). Έπειτα γιατί όλες οι γενικεύσεις είναι επικίνδυνες και παραπλανητικές. Και τρίτον γιατί πρέπει να εστιάζει στα προβλήματα που οδηγούν στις συμπεριφορές (π. χ. εμένα μονίμως με απασχολούσε η ελληνική ταυτότητα) και όχι να καταδικάζει χωρίς να αναλύσει.

Ο Saña δεν επιχειρεί καν να καταλάβει την Γερμανία. Απλώς την απορρίπτει – ολοκληρωτικά. Στέκεται απόμακρα, νοσταλγεί την χώρα του (όπου όλοι είναι ωραίοι, ευφυείς και ευγενείς) και αποκαλεί την Γερμανία «επιτομή του μη-είναι» (Inbegriff des Nicht-Seins) και του θανάτου. Είναι κακόφημη, νεκρή, οι άνθρωποι είναι αγενείς και χωρίς τακτ, η κουλτούρα της είναι «χάρτινη» και δεν αγγίζει τον άνθρωπο... Με άλλα λόγια δεν βρίσκει τίποτα θετικό σε έναν ολόκληρο λαό, σε μία ιστορία αιώνων, σε ένα πολιτισμό που έδωσε τόσους μεγάλους στοχαστές, μουσικούς, ποιητές... Με ...μετριοφροσύνη λέει πως έγραψε γι αυτή την χώρα τρία «επικριτικά έως εξολοθρευτικά (vernichtend) βιβλία» και απορεί γιατί ενόχλησαν τους Γερμανούς.

(Σκεφθείτε να ερχόταν ένας Γερμανός στην Ελλάδα και να μας έβριζε πατόκορφα...).

Ελπίζω να έγινε κατανοητό και από τον φίλο Viennezo ότι δεν έχω καμία σχέση με τον κύριο Saña. Σίγουρα μερικά από αυτά που γράφει είναι σωστά (καμία χώρα δεν είναι παράδεισος). Αλλά χάνει το δίκιο του όταν γίνεται απόλυτος και δογματικός. Τελικά πάσχει από αυτό για το οποίο κατηγορεί τους Γερμανούς. Του λείπει εντελώς η ανθρωπιά, η κατανόηση και η αγάπη.

Δευτέρα, Μαρτίου 06, 2006

Ο Μαύρος Αετός



Υπάρχουν πολλοί τρόποι, να επικοινωνείς με τον Θεό. Ένας από αυτούς είναι ο χαρταετός.

Την ώρα που έχει σηκωθεί ψηλά – πολύ ψηλά, σημαδάκι στο άπειρο, έχεις την αίσθηση πως τα τραβήγματα και τα τεντώματα στο σκοινί που κρατάς, είναι σημάδια από το Επέκεινα.

Σαν να 'σουνα δεμένος με τον άλλο κόσμο, τον πέρα από εμάς. Με μια λεπτή κλωστή, αόρατη, που σε συνδέει με το άγνωστο. Που σου στέλνει, μηνύματα και θείες νύξεις.

Κι αυτή η λαχτάρα ν' ανέβεις πιο ψηλά! Κάποια στιγμή γίνεται ύβρις. Ξεπερνάς τα όριά σου, ο αετός δεν μπορεί πια να σηκώσει το βάρος της καλούμπας και πέφτει.

Χιλιάδες τα κουφάρια και οι σκελετοί - σε σύρματα, σε δέντρα, σε κεραίες τηλεοράσεως. Τεκμήρια προσπαθειών που σχεδόν ποτέ δεν έχουν αίσιο τέλος.

Πόσοι αετοί επιζούν για να γιορτάσουν άλλη μια Καθαρή Δευτέρα; Σίγουρα, πολλοί είναι θύματα της ατζαμοσύνης των νεότερων (που η παλιά τέχνη: ώρες να στρώσεις τα ζύγια!). Άλλά οι περισσότεροι είναι θύματα της φιλοδοξίας.

Πιο ψηλά – ακόμα πιο ψηλά !

Ανάγκη να βρεθούνε πιο κοντά στο Θεό, πιο μακριά από τον εαυτό τους, πιο ψηλά από τους άλλους;

Η μέθη του Διαστήματος, που παρασύρει και απογειώνει τον χειριστή μαζί με το χαρταετό;

Το τέλος είναι δεδομένο. Ίσως είναι και η πρώτη τραγική εμπειρία για κάθε παιδί. Ο μύθος του Ίκαρου παρασταίνεται χιλιάδες φορές κάθε Καθαρή Δευτέρα. Και το θύμα είναι η πρώτη αγάπη ενός παιδιού, που χάνεται επειδή αποτολμά το αδύνατο. Διδαχή τραγωδίας.

Όμως, εκτός από το τραγικό, υπάρχει και το δραματικό στοιχείο. Όχι μόνο αγώνας με τα ανθρώπινα όρια - αλλά και αγώνας με τους ανθρώπους. Ανταγωνισμός μέχρι θανάτου.

Παιδιά, στολίζαμε με ξυραφάκια τις ουρές των αετών. Για να κόβουμε τις καλούμπες (ή και τις ουρές) των άλλων. Και οι πιο επικίνδυνοι αετοί- επειδή ήταν ιδιαίτερα ευέλικτοι και γρήγοροι- ήταν τα "σμυρνάκια". Ιδεώδη για ξυράφια, αλλά δύσκολα στην κατασκευή και στο πέταγμα.

Τώρα έχουν εξαφανιστεί από τους ουρανούς. Είχαν σχήμα αντίστροφης σταγόνας. Ο σκελετός τους φτιαχνόταν από ένα καλάμι λυγισμένο, με ένα πηχάκι οριζόντιο για κόντρα. Ήταν όμορφα, κομψά, όχι σαν τις σημερινές ιπτάμενες τηγανίτες.

Θυμάμαι ένα σμυρνάκι μαύρο, κατάμαυρο. Στη μαύρη ουρά λάμπανε κι αστράφτανε οι λεπίδες. Δεν μάθαμε ποτέ ποιος το σήκωνε. Ξαφνικά εμφανιζότανε ανάμεσα στους αετούς της γειτονιάς και σκορπούσε όλεθρο. Όμορφο σαν άγγελος θανάτου, κομψό κι αγέρωχο, σειόταν, λυγιζόταν, πλησίαζε. Έκανε μετά την υπολογισμένη βουτιά του - κι άλλος ένας χαρταετός έπεφτε ακυβέρνητος στο κενό. Παιδιά κλαίγανε, μπαμπάδες ψάχνανε για τον ένοχο.

Όμως αυτός άλλαζε στέκι μέσα στα χαμηλά -μονόπατα και δίπατα- σπίτια και ποτέ δεν τον βρήκαμε.

Δεν πειράζει. Πήραμε άλλο ένα δίδαγμα: πόσο οδυνηρό, ανεξήγητο και περίεργα όμορφο είναι το Κακό.

Ενα κείμενο του 1983 και μία φωτό αετού από το Διαδίκτυο - δεν είναι σμυρνάκι αλλά δείχνει την ψυχή του. Καλά Κούλουμα!

Σάββατο, Μαρτίου 04, 2006

Memories mining: Carnival



Τελευταίο Σαββατοκύριακο της Απόκριας κι εμείς μιλάμε για κηδείες και αποτεφρώσεις!

Ας αλλάξουμε θέμα.

Ελπίζω πως οι νεότεροι της παρέας θα διασκεδάσουν αυτές τις μέρες. Κι εγώ θα ήθελα να το κάνω αλλά ...το μεν πνεύμα πρόθυμον, το δε μυοσκελετικό σύστημα και οι αρθρώσεις με έχουν ταράξει τελευταία. Κι άμα ακούς «εκφυλιστικά συμπτώματα» ξέρεις πως δεν υπάρχει φάρμακο και γιατρειά.

Έτσι λοιπόν το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να ασκήσω το δικαίωμα των παλαιών και να ανασύρω αναμνήσεις (memories mining, σε γλώσσα ψηφιακή).

Πάω πενήντα χρόνια πίσω, στο Μόναχο – και αντιγράφω (από τους "Δρόμους" μου):

Το Καρναβάλι του Μονάχου λέγεται Fasching και κρατάει πολύ περισσότερο από το δικό μας - αρχίζει από τις 6 Ιανουαρίου. Και ήταν (είναι;) ένα ξεφάντωμα χωρίς καμία αναστολή. Για ένα παιδί της ελληνικής μεταπολεμικής κοινωνίας ήταν κάτι ανάμεσα σε ρωμαϊκό όργιο και Βαλπούργεια νύχτα. Ολονύκτιοι χοροί, ολοκληρωτικές μεταμφιέσεις και σκηνικά, ολόψυχο μεθύσι, ολόγυμνες γυναίκες, ολότελα παραδομένες. Πλήρης δημοκρατική εξίσωση των πάντων: διανοούμενοι, βιομήχανοι, εργάτες και καθηγητές, με μάσκες ή χωρίς, ήταν ίσοι. Βέβαια υπήρχαν και τα in στέκια που τα έμαθα αργότερα, όπως το ατελιέ του Eickemaier. Αλλά και οι μεγάλοι δημόσιοι χοροί π. χ. στις αίθουσες και τα υπόγεια του Regina Hotel ήταν αρκετοί για να πάρεις μία γεύση. Τις τελευταίες ημέρες πριν την Τετάρτη των Τεφρών (Aschermittwoch) η πόλη κυριολεκτικά παραληρούσε ολόκληρη.

Το πρώτο Fasching άρκεσε για να μου καταστρέψει μερικά στερεότυπα («μόνον οι Έλληνες ξέρουν να γλεντάνε!») και να μου δείξει πως οι Βόρειοι μπορούν εύκολα να βγαίνουν από τον κλειστό εαυτό τους.


Ποτέ και πουθενά στην Ελλάδα δεν γνώρισα αυτό το γλέντι χωρίς όρια. Ακόμα και στα καλά καρναβάλια της Πάτρας, υπάρχει κάπου το σφίξιμο, ο πουριτανισμός και η νεοελληνική σοβαροφάνεια. Στο Μόναχο οι άνθρωποι μεταμορφώνονταν εντελώς, έκαναν πράγματα που δεν θα μπορούσαν ούτε να διανοηθούν στην κανονική τους ζωή και μετά επέστρεφαν σε αυτή. Ήταν δε απόλυτη η σύμβαση: την κυρία με την οποία είχες κάνει έρωτα σε μία γωνιά της σάλας, αν την έβλεπες την άλλη μέρα στο δρόμο, δεν την ήξερες ούτε σε γνώριζε.

Καλή Απόκρια και καλή διασκέδαση!

Φωτογραφίες που να τράβηξα εγώ, δεν υπάρχουν. Βρήκα μία από συγκέντρωση ξένων φοιτητών το 1955 (εγώ είμαι ο Φαρούκ με τα μαύρα γιαλιά και το φέσι - τότε ήταν της μόδας. Την διακόσμησα γιατί ήταν φτωχή. Και μία που, ντυμένος gaucho, χορεύω με την Inge.

Παρασκευή, Μαρτίου 03, 2006

Χειραφέτηση



Όταν με βάφτισαν, δεν με ρώτησαν. Έτσι έγινα Χριστιανός Ορθόδοξος.

Κι όταν νυμφεύτηκα – πρώτη και δεύτερη φορά – δεν είχα άλλη επιλογή. Έτσι οι γάμοι έγιναν στην εκκλησία, παρά την θέλησή μου.

Αργότερα καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος, έστω και μαϊμού.(Αναγκάστηκα να παραιτηθώ από τα «Επίκαιρα» διότι αρνήθηκαν να δημοσιεύσουν το προφητικό άρθρο μου εναντίον του «ισόκυρου». Και ήταν προφητικό γιατί με αυτή την ευρεσιτεχνία της εκκλησίας μας, που δεν ισχύει σε καμία χώρα της Ευρώπης, ο πολιτικός γάμος υπονομεύθηκε και τελείται μόνο από περιθωριακούς και αλλοδαπούς).

Πάντως επωφελήθηκα από την δυνατότητα της επιλογής – και ο τρίτος μου γάμος ήταν πολιτικός.

Με τα χρόνια άρχισα να αντιμετωπίζω το γεγονός που πλησίαζε: τον επικείμενο θάνατό μου.

Έτσι πριν από έξη μήνες έγραψα μία

Ανοιχτή επιστολή στον Πρωθυπουργό

(περί ελευθερίας επιλογών)

Κύριε πρόεδρε, ικανοποιήσατε (για πολλοστή φορά στην ιστορία του Ελληνικού Κράτους) ένα ακόμα αίτημα της Εκκλησίας. Μετατρέψατε, σε πείσμα της λογικής και των σκεπτόμενων Ελλήνων, τις σχολές της σε ΑΕΙ.

Μήπως τώρα θα έπρεπε, έτσι για λόγους ισορροπίας (και ισοπολιτείας), να ικανοποιήσετε κι ένα μακροχρόνιο αίτημα των άλλων Ελλήνων; Σπεύδω να προσθέσω: όχι των άθεων, ούτε των άπιστων – αλλά απλώς των πιο φιλελεύθερων.

Κύριε Πρόεδρε, η Ελλάδα είναι το μόνο Ευρωπαϊκό κράτος όπου δεν υπάρχει επιλογή για τα μετά θάνατον. Η καύση των νεκρών δεν απαγορεύεται ρητώς – αλλά και δεν επιτρέπεται. Όποιος θέλει αυτή την επιλογή πρέπει να υποβάλει την οικογένειά του στην ταλαιπωρία και την δαπάνη ενός μακάβριου ταξιδιού.

Δεν ενδιαφέρει το δογματικό ζήτημα – αν και κορυφαίοι ορθόδοξοι θεολόγοι γνωματεύουν ότι δεν υπάρχει ρητή απαγόρευση ούτε στην δική μας εκκλησιαστική παράδοση. Και φυσικά όλοι οι Ευρωπαίοι που αποτεφρώνονται, είναι και αυτοί Χριστιανοί.

Όμως το θέμα δεν έχει σχέση με τα εκκλησιαστικά δόγματα – αλλά με τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έχει σχέση και με την σύνθεση του πληθυσμού: ήδη ζουν στην Ελλάδα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι των οποίων η παράδοση επιτρέπει – αν όχι επιβάλλει – την καύση των νεκρών.

Κύριε Πρόεδρε, έφθασα σε ηλικία που οφείλω να κάνω και εγώ αυτή την επιλογή. Παρακαλώ να μου επιβεβαιώσετε ότι είμαι ελεύθερος πολίτης, σε μία ανοιχτή κοινωνία, σε ένα δημοκρατικό κράτος – και μου δίνεται η δυνατότητα να διαλέξω.


Το κείμενο αυτό ανέβηκε στην ιστοσελίδα μου, δημοσιεύθηκε στις 27.9.05 στην «Ελευθεροτυπία», όπου, λίγες μέρες μετά, το σχολίασε σε κύριο σχόλιο ο Γιώργος Βότσης. Ξεκίνησε ένας νέος διάλογος (το θέμα είχε τεθεί πολλές φορές παλιότερα) ο οποίος κατέληξε στον νέο νόμο που ψηφίστηκε προχθές από την Βουλή και που επιτρέπει την αποτέφρωση των νεκρών.

Ας ελπίσουμε (χρειάζεται να εκδοθεί και ένα συναφές πολιτικό διάταγμα) ότι γρήγορα θα γίνει πραγματικότητα.

Ας διευκρινίσω εδώ πως δεν είμαι (όπως γράφεται συχνά) εναντίον της Ορθοδοξίας, ή του Χριστιανισμού, ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας. (Παρόλο που έχω τις επιφυλάξεις μου για τον ρόλο και την επίδραση των θρησκειών στα ανθρώπινα πράγματα). Είμαι υπέρ της ελευθερίας των επιλογών. Θεωρώ ότι κανείς δεν πρέπει να κάνει κάτι, αν δεν το θελήσει ελεύθερα και το αποφασίσει από μόνος του.

Χειραφέτηση. Αυτό είναι το μήνυμα του Διαφωτισμού (επικατάρατου κατά τον Αρχιεπίσκοπο) που οδήγησε στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τις πάσης φύσεως κηδεμονίες και εξουσίες. Που μας χάρισε τον μόνο ισχύοντα ηθικό κώδικα της εποχής μας: τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Διακόσια πενήντα χρόνια μετά, αρχίζει να αναφαίνεται και στη χώρα μας.



Φωτογραφίες από τους Αγίους Τόπους. Κάτω οι προσκυνητές στην εκκλησία του Αγίου Τάφου.

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2006

Μια στιγμή χαράς



Το πάθος της φωτογραφίας το έχω από παιδί. Έχω τραβήξει χιλιάδες λήψεις, ντουλάπια ολόκληρα υπάρχουν εδώ γεμάτα με διαφάνειες ή αρνητικά. Μερικές πήραν βραβεία, άλλες πούλησαν προϊόντα, εμφανίστηκαν σε εκθέσεις, μπήκαν σε βιβλία και σε εξώφυλλα. Όμως η ωραιότερη φωτογραφία που έβγαλα ποτέ είναι ένα στιγμιότυπο χαράς, τόσο εκρηκτικής, τόσο μεταδοτικής, που μπορεί να πει κανείς: «αξίζει τον κόπο η ζωή για μία τέτοια στιγμή».

Εγώ είμαι πίσω από την μηχανή αλλά γελάω σίγουρα γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Στην εικόνα, σκασμένοι στα γέλια είναι με την σειρά η μικρή Αννούλα Θεμελή, η Ζοζέτα Θεμελή, ο Νίκος Σαξώνης, η Ελένη Δήμου-Φυλακτού, η Όλιγκα Σαξώνη, η Μιράντα Νικολοπούλου η Αλίκη Δαμασκηνού, ο Δημήτρης Θεμελής και ο Τέλης Δαμασκηνός. Είναι προφίλ, πιασμένοι από τους ώμους σαν να χορεύουν έναν άγνωστο χορό – και στην φιγούρα σηκώνουν όλοι το αριστερό τους πόδι. Θαυμάσια συγχρονισμένοι στην κίνηση αλλά ακόμα πιο πολύ στην έκφραση. Λες και αυτόματος μηχανισμός πυροδότησε την έκρηξη κεφιού στα πρόσωπά τους.

Είμαστε το Πάσχα του 1968, στην Κέρκυρα. Στον κήπο του παλιού προγονικού σπιτιού της Ζοζέτας Θεμελή, στην Ανάληψη. Τα τρία ζευγάρια και η Μιράντα (κάποτε γραμματεύς μου) ήταν τότε η μόνιμη παρέα μας. Με τους Θεμελή, κουμπάρους μας, είχαμε κάνει πολλά ταξίδια μέσα κι έξω από την Ελλάδα. Με τον Νίκο Σαξώνη ήμασταν φίλοι και συνεργάτες. Αυτός σταδιοδρόμησε γερά, έφτασε διευθυντής σε μεγάλη πολυεθνική – και κάποια στιγμή αυτο-προβιβάστηκε. Έγινε ξενοδόχος στο Πάπιγκο. Ίσως ο πιο ευτυχισμένος και επιτυχημένος. Ανεβαίνω καμιά φορά στο βουνό του, στα χίλια μέτρα, και μιλάμε. Τον Τέλη τον βλέπω καμιά φορά στο Ψυχικό. Από τα ζευγάρια της φωτογραφίας μόνον οι Θεμελή δεν είχαν χωρίσει. Τους χώρισε ο θάνατος του Δημήτρη. Το σπίτι της Ανάληψης πουλήθηκε. Τώρα έχει και πισίνα.

Το κείμενο αυτό είναι ένα κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία μου. Περιγράφει την φωτογραφία, αλλά δεν την δείχνει. Εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά.

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2006

Ανοίξτε! Η Άνοιξη!



Προσπαθώ να αλλάξω ατμόσφαιρα στο blog. Ο ήλιος με έπεισε και το φως με κερδίζει. Δεν μπορώ να πω πολλά, προτιμώ να μιλήσω με εικόνες. Είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης...



Περυσινές φωτογραφίες από τον κήπο στα Κιούρκα.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 28, 2006

Γράμμα στον πατέρα



Φωτογραφίζω τον πατέρα μου δέκα χρόνια πριν από τον θάνατό του

Θυμάμαι πότε αλλά όχι πώς τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία. Σε κάποιον περίπατο, ίσως γύρω από την Ακρόπολη. Εγώ σε διακοπές από το Πανεπιστήμιο στην Γερμανία.

Έχω αφιερώσει αρκετά κείμενα στην σχέση μου με τον πατέρα. Μία σχέση που ήταν καθοριστική για την ζωή μου, επειδή ποτέ δεν λειτούργησε. Η απουσία της με βαραίνει ακόμα.

Ποτέ δεν μπόρεσα να του μιλήσω στον ενικό.

Περισσότερο από όλα μου τα κείμενα, αυτή η εικόνα εκφράζει την σχέση μου. Εντελώς αυθόρμητα χαμήλωσα και τον φωτογράφισα με την «οπτική γωνία του σκουληκιού», όπως λένε στην φωτογραφική διάλεκτο.

Τότε νόμισα πως το έκανα για να δείξω όλη του την επιβλητικότητα – ίσως, ακόμα και να την σχολιάσω ειρωνικά. (Είχε, σε πολλά πράγματα, μέγεθος υπερφυσικό). Τώρα βλέπω αυτή τη φωτογραφία σαν ένα «Γράμμα στον Πατέρα», που δεν έλαβε ποτέ.

Γρηγόρης Ν. Δήμος, 1897-1966

Περί διαλόγου

Η συζήτηση για την ψυχή των αυτοκινήτων συνεχίζεται – όπως και όλες οι άλλες που έχουν ανοίξει σε αυτό το blog. (Να παρατηρήσω εδώ ότι πολλοί δεν πρόσεξαν την τελευταία παράγραφο του post, που διευκρίνιζε ότι ουσιαστικά αφορούσε στην ψυχή των ανθρώπων – εκείνων που φτιάχνουν τα αυτοκίνητα και εκείνων που τα οδηγούν...).

Αλλά εντωμεταξύ τέθηκε ένα ζήτημα για το διάλογο μέσα στο blog. Θέμα που θέλει διευκρίνηση, η οποία δεν χωράει σε ένα σχόλιο.

Θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα:

1. Έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα ημερολόγιο και όχι με φόρουμ. Το ημερολόγιο καταγράφει τις σκέψεις και τα βιώματα του συγγραφέα του. Εφόσον είναι ανοιχτό, δέχεται σχόλια και απόψεις αλλά αυτά (λόγω της φύσης του) είναι συμπληρωματικά και δορυφορικά προς το αρχικό post. Αν θέλουμε ανοιχτό διάλογο, όπου κάθε άποψη θα έχει ίση βαρύτητα, φτιάχνουμε ένα φόρουμ.

2. Παρόλα όσα αναφέρω παραπάνω, βλέποντας την μεγάλη συμμετοχή, προσπάθησα να δώσω όσο γίνεται περισσότερο χώρο στο διάλογο. (Μάλιστα κατηγορήθηκα και γι αυτό). Αν ξανακοιτάξτε τα περισσότερα post θα δείτε ότι συνήθως δεν έπαιρνα θέση, αφήνοντας το θέμα ανοιχτό (ψήφισμα ευρωκοινοβουλίου, σκίτσα Μωάμεθ, Vodafone, απεργίες). Ή διάλεγα θέματα εντελώς ελεύθερα (αγαπημένες πόλεις, ερημονήσι, φυγή στο χρόνο) όπου δεν υπήρχε «κρατούσα άποψη». Το γεγονός ότι τα σχόλια ήταν από 150 μέχρι 500 δείχνει ότι υπήρξε ανταπόκριση.

3. Στους διαλόγους των σχολίων, αντίθετα με ότι γράφτηκε, ούτε ειρωνεύτηκα ούτε απαξίωσα κανένα. Ίσα-ίσα που εγώ δέχθηκα ένα σωρό ειρωνείες, επιθέσεις και ύβρεις. Είναι γεγονός ότι σε μερικές τέτοιες περιπτώσεις έχασα την ψυχραιμία μου και αποχώρησα, ακριβώς για να μην εμπλακώ περισσότερο. Το ίδιο έκανα όταν η συζήτηση γινόταν εντελώς χαβαλές – ή και χυδαία.

4. Σε αντίθεση με αυτά, ελέχθη ότι «δεν κάνω διάλογο αλλά συνεχή μονόλογο» και ότι «προσβάλλω τους συνομιλητές με την συμπεριφορά μου». Μονόλογος όταν τα σχόλιά μου δεν είναι ούτε το 5% του συνόλου; Και τι είδους προσβολή ασκώ; Δεν το κατάλαβα.

5. Μία τελευταία γνώμη που διατυπώθηκε σήμερα τα χαράματα: «τα blog είναι για να διασκεδάζω». Λάθος κύριε, aagou aagou! Σίγουρα μπορεί κανείς ΚΑΙ να διασκεδάσει σε ένα blog, αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός της ύπαρξής του. Υπάρχουν άλλα site για χαβαλέ – όπου γίνεται και πιο σωστά...

Αυτά για τον διάλογο. Νομίζω ότι αυτό είναι το 60ο post μέσα σε δύο μήνες... ένα την ημέρα. Ποτέ δεν είχα τέτοια παραγωγή. (Είχα συχνά αρνηθεί να αναλάβω καθημερινή στήλη γιατί μου φαινόταν αδύνατο να γράφω ένα κείμενο κάθε μέρα. Και να που το έκανα, χωρίς καν να το προγραμματίσω).

Φαντάζομαι ότι μπορεί πάλι κάποιος, όπως ο monkeychilde όταν είχα γράψει το Blogger Blues, να πει ότι κείμενα σαν το σημερινό είναι περιττά: «κάνε σωστά το διάλογο και δεν χρειάζεται να τον αναλύεις».

Όμως, από καιρό σε καιρό, νιώθω την ανάγκη για εσωστρέφεια – το blog να επισκοπεί τον εαυτό του. Ιδιαίτερα όταν υποστεί μία κριτική και θέλει, κάνοντας αυτοέλεγχο, να δει αν και πόσο ευσταθούν τα όσα γράφτηκαν.

Και επί του διαλόγου, ο διάλογος είναι δεκτός. Ή ίσως καλύτερα να επιστρέψουμε στην «ψυχή» των αυτοκινήτων...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 26, 2006

Έχουν τα αυτοκίνητα ψυχή;



Το ερώτημα είναι ουσιαστικό - όχι μόνο από την θεολογική πλευρά, αλλά και για λόγους κύρους του υπογράφοντος. «Πώς μπορείς να γράφεις για μηχανήματα;» μου λένε φίλοι διανοούμενοι (προφέροντας την λέξη «μηχανήματα» σαν να ήταν πασαλειμμένη με κινίνο. Κι εγώ απαντάω, πολύ σοβαρά: «Μα τα αυτοκίνητα έχουν ψυχή!»

Η θεωρία μου είναι απλή. Το αυτοκίνητο είναι μία ανώτερη, ιδιαίτερα πολύπλοκη μορφή οργάνωσης της ύλης. Τόσο πολύπλοκη, που δεν αποτελείται πια από το σύνολο των τμημάτων της. Έχει κάτι παραπάνω. Αυτό το παραπάνω, το ονομάζω ψυχή.

Ακολουθώ, στην σκέψη μου αυτή, πολλούς σοφότερους από εμένα, οι οποίοι αποφάσιζαν τι έχει και τι δεν έχει ψυχή με βάση την πολυπλοκότητά του. Έτσι, οι απλές μορφές ζωής (ζώα, νέγροι, κλπ.) για πολλούς περιώνυμους θεολόγους δεν εδικαιούντο ψυχής.

Με τα ίδια κριτήρια κι εγώ συγκαταλέγω τα αυτοκίνητα στα έμψυχα όντα. Θα μου πείτε: ένα σωρό από παλιοσίδερα; Σύμφωνοι, όλα τα αυτοκίνητα θα γίνουν κάποτε σωροί από σκραπ - όπως κι εμείς σωροί από κόκαλα. Αυτό, όταν πεθάνουν. Αλλά όσο είναι ζωντανά, κινούνται και αντιδρούν - είναι έμψυχα, σύμφωνα με τους περισσότερους ορισμούς.

«Κι από που παίρνουν ψυχή;» ρωτάει κάποιος σκωπτικός. Μα από όπου την πήραμε κι εμείς - από τον δημιουργό τους. Κατ’ εικόνα και ομοίωσιν πλάθονται κι αυτά. Υπάρχουν αυτοκίνητα έξυπνα, κουτά, κομψά, σοβαροφανή, χαριτωμένα, ευέλικτα, δύστροπα - κάθε μοντέλο και μία προσωπικότητα.

Με τον καιρό, πέρα από την προσωπικότητα του δημιουργού και του κατασκευαστή ένα αμάξι καθρεφτίζει και την μορφή του οδηγού του. Όπως τα παντρεμένα ζευγάρια που όσο γερνάνε μοιάζουνε (και στο πρόσωπο) έτσι και τα αυτοκίνητα. Αλλιώτικο το Μίνι που οδηγεί ευαίσθητη δεσποινίς - κι άλλο του βαρύμαγκα. Ιδίως μετά από μερικά χρόνια.

Αν λοιπόν υπάρχει ψυχή (γενικώς - γιατί μερικοί την αρνούνται και σε μας) πρέπει να είναι μεταδοτική. Όπως την εμφύσησε ο Θεός στον άνθρωπο, έτσι κι αυτός την χαρίζει στα δημιουργήματά του. Δεν έχει ψυχή μία φούγκα του Μπαχ - την ψυχή του δημιουργού της;

«Μία μοτοσυκλέττα λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της λογικής - και η μελέτη της τέχνης να συντηρείς μηχανές, είναι, στην πραγματικότητα, μία σε σμίκρυνση μελέτη της τέχνης του ορθού λόγου». Αυτά διάβαζα το 1975 στο βιβλίο του Robert M. Pirzig: Zen and the Art of Motorcycle Maintenance (Το Ζεν και η τέχνη της συντήρησης Μοτοσυκλέττας).

Για τους μελετητές του Βουδισμού Ζεν δεν υπάρχει πρόβλημα. Ο Βούδας είναι παντού - και μέσα στον κινητήρα. Όταν το μοτέρ τραγουδάει, σωστά ρυθμισμένο, ο κόσμος λειτουργεί εύρυθμα, η αρμονία ισχύει. (Αρρωσταίνω όταν ακούω αρρύθμιστη μηχανή…)

Αυτά, εισαγωγικά, περί ψυχής. Όποιος ακόμα αμφιβάλλει, ας μείνει ήσυχος. Κι εγώ αμφιβάλλω. Ακόμα και για την δική μου ψυχή. Άσε δε για πόσων συνανθρώπων μου…

Όμως μία μελέτη της αυτοκίνητης ψυχής είναι πολλαπλά χρήσιμη. Θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τον εαυτό μας. Γιατί, βέβαια, για ανθρώπους μιλάω τόσην ώρα...


Απόσπασμα από το βιβλίο μου "Η Τέλεια Διαδρομή". Φωτό: αρχοντική Bentley

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2006

Φυγή στον χρόνο



Για ταξίδια - φυγή στον χώρο - έγραψα αρκετές φορές. Πως θα ήταν αν τώρα μιλούσαμε για φυγή στον χρόνο;

Ο H. G. Wells εφεύρε την μηχανή του χρόνου (time machine) που μπορούσε να σε μετακομίσει σε όποια εποχή της ιστορίας ήθελες.

Κι ας πούμε πως υπήρχε και λειτουργούσε αυτή η μηχανή του χρόνου. Πού θα ζητούσατε να πάτε;


Στο Μεσαίωνα με τους ιππότες και τους καβαλλάρηδες, τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο... στο δάσος του Sherwood, με τον Robin Hood τον γνωστό μας Ρομπέν των Δασών (αλήθεια γιατί τον προφέρουμε στα Γαλλικά;) και τους εύθυμους παράνομους;

Στην αρχαία Αθήνα να τριγυρνάτε στην αγορά και να ακούτε τον ξυπόλητο Σωκράτη να πολιορκεί τον πανέμορφο Αλκιβιάδη;

Στην αρχαία Ρώμη, στην μυθική έπαυλη του σοφού αυτοκράτορα Αδριανού, την Villa Adriana με τις λίμνες, τις αψίδες, τους θησαυρούς και τα αγάλματα από όλη την απέραντη αυτοκρατορία;

Στο μυθικό Περού με το χρυσάφι των Ίνκας και τις εναέριες πόλεις όπως το Μάτσου Πίτσου;

Ή στην Γαλλία της λαμπρότητας, του Βασιλιά Ήλιου, στα μεγάλα κάστρα του Λείγηρα, όπως το Chateau de Chambord με τα τετρακόσια τζάκια και τις τρελές καμινάδες;

Ή που αλλού; Και γιατί;

Οι φωτογραφίες: οι δύο πρώτες στη Βουδαπέστη - αναπαράσταση με ιππικά δρώμενα. Η Villa Adriana στη Ρώμη, πριν τις τελευταίες ανασκαφές και το Chambord στη μαγική στιγμή της δύσης, όταν τέλεια καθρεφτίζεται.

Ημερολόγιο μίας κατάργησης

ΩΡΑ 00.05: Ανοίγω τα comments στο "ερημονήσι" και διαβάζω τα πιο πρόσφατα. Μία συμπυκνωμένη ανοησία με χτυπάει στο στομάχι. Όχι, αυτά δεν είναι σχόλια σε ημερολόγιο, είναι το πιο φτηνιάρικό chat room που έχω συναντήσει. Λέω να σβήσω μερικά - αλλά δεν έχουν τέλος. Πρέπει να σβήσω πάνω από πενήντα.

Το χιούμορ το χαίρομαι. Τον καλό χαβαλέ επίσης. Αλλά την βλακεία, τα φτηνά υπονοούμενα, την χυδαιότητα χωρίς ποίηση ή χιούμορ, τις φασιστοειδείς επιδείξεις - όλα αυτά με αηδιάζουν.

Τα παίρνω στο κρανίο. Κατεβάζω όλο το post (το σώζω στα drafts) και γράφω αυτό που διάβασαν όσοι μπήκαν μετά: "H συμπεριφορά ωρισμένων είναι απαράδεκτη. Το Post κατεβαίνει και αν συνεχίσουν θα κατέβει όλο το blog".

ΩΡΑ 08.30: Άσχημος και ελάχιστος ύπνος. Τα comments στο Post περί κατάργησης δείχνουν το άλλο πρόσωπο του blog. Πολλοί διαφωνούν - μερικοί με οξύ τρόπο - αλλά έχουν επιχειρήματα. Γίνεται διάλογος μεταξύ τους και μαζί μου. Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης του blog. Αν ήθελα ένα βήμα για να γράφω τα δικά, μου το είχα ήδη στα "Επίκαιρα", στο site μου. Αυτό το blog έγινε για να δώσει φωνή και σε σας και την δυνατότητα διαλόγου.

Δυστυχώς σε ένα blog δεν είναι δυνατόν να μπλοκάρεις μεμονωμένους χρήστες. Μπορείς βέβαια να κάνεις moderation, πράγμα που προσθέτει και άλλη δουλειά (ήδη μου τρώει πολύ χρόνο) και την ρετσινιά της λογοκρισίας. Για να παραφράσω τον αείμνηστο φίλο Νίκο Πουλαντζά: "Ένα blog ή θα είναι ελεύθερο, ή δεν θα είναι blog".

Είναι τραγική η αμετροέπεια ορισμένων. Π. χ. ο διάσημος "σαλτάρω" μία φορά στις δέκα είναι απολαυστικός - τις υπόλοιπες παραληρηματικά ανόητος ή και χυδαίος. Τον έχω προειδοποιήσει - ακόμα και παρακαλέσει. Δεν καταλαβαίνει και αυτός και μερικοί άλλοι πως πριονίζουν το κλαδί επάνω στο οποίο κάθονται;

Γιατί πάνω από όλα το blog είναι μεράκι. Άμα πάψει να μου κάνει κέφι, όλα τα επιχειρήματα του κόσμου δεν θα μπορούν να με πείσουν.

Πρακτικά: ξαναβάζω το post για το ερημονήσι - μόνο και μόνο για να μπορούν όλοι να κρίνουν αν είχα δίκιο. (Διαβάστε τα σχόλια από το τέλος). Συνεχίζω, με πολύ λιγότερο κέφι. Ελπίζω να μην το χάσω κι αυτό.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2006

Όνειρα σε ερημονήσι...



Τσικνοπέμπτη σήμερα, ώρα για κάτι πιο ελαφρό... πιο παιχνιδιάρικο.

Ας παίξουμε το παιχνίδι του έρημου νησιού.

Ναυαγείτε λοιπόν στο (πάντα) ωραίο ερημονήσι (φανταστείτε ότι θέλετε: τα διάφανα νερά της Πολυνησίας, τους φοίνικες και τις μπανανιές, blue lagoon, atoll, Γκωγκέν, κλπ.).

Έρημο νησί. Ούτε καν Παρασκευάς. Τροφή άφθονη, ψάρια, εξωτικά φρούτα, αυγά και γάλα (και ο Ροβινσώνας είχε κατσίκα). Ρούχα άχρηστα. Σταθερή θερμοκρασία 26-28 βαθμούς, όλο το χρόνο.

Έχετε δύο δυνατότητες (εδώ είναι το παιχνίδι) να πάρετε μαζί σας έναν/μία σύντροφο και ένα βιβλίο. Όποιο σύντροφο θέλετε - από σταρ του σινεμά μέχρι τον Ουμπέρτο Εκο ή τον/την σύζυγό σας. Όποιο βιβλίο θέλετε. Και οι δύο όμως επιλογές σας, για πολλά χρόνια.

Ποιόν/ποιάν και ποιο θα διαλέγατε... και γιατί;

Απαντήστε ελεύθερα: μιά και είστε ανώνυμοι δεν κινδυνεύετε από υπάρχουσες καταστάσεις.

Εκτός από την φωτό που θυμίζει ερημονήσι (κι ας είναι Κερκυρα) έβαλα και τρεις αγαπημένες μου σταρ για ...έμπνευση.